Σε κρίσιμη φάση η μετεξέλιξη της πόλης


1kΠώς η Θεσσαλονίκη θα γίνει βιώσιμη. Οι επτά παρεμβάσεις που θα δώσουν νέα ταυτότητα.
  • Η αναδιάρθρωση του κέντρου.
  • Οι κοινόχρηστοι χώροι.
  • Η Άνω Πόλη.
  • Το θαλάσσιο μέτωπο.
  • Η σύγχρονη αρχιτεκτονική.
  • Η ΔΕΘ και το μέλλον της.
  • Ο περιβαλλοντικός σχεδιασμός.

Γράφει ο Νίκος Καλογήρου

Η ανάλυση των μετασχηματισμών του αστικού χώρου της Θεσσαλονίκης συνήθως αναφέρεται στο βάθος της ιστορικής στρωματογραφίας της πόλης. Το λεγόμενο “παλίμψηστο” της Θεσσαλονίκης αποτέλεσε χρήσιμο εργαλείο ανάγνωσης και ερμηνείας των ιστορικών διεργασιών της πόλης. Σήμερα χρειάζεται να ερευνηθεί η διάχυση της πόλης προς την άμεση περιφέρειά της, με επέκταση στην επιφάνεια και όχι στο βάθος. Είναι απαραίτητο να γίνει διάκριση ανάμεσα στην οριακά άναρχη οικιστική επέκταση και στην οργανωμένη μεταφορά δομών και κεντρικών υπηρεσιών από το κέντρο προς την περιφέρεια:
Η πρώτη βασίζεται στην ιδιωτική εργοληπτική πρωτοβουλία σε συνδυασμό με άτολμες και αποσπασματικές επεκτάσεις των σχεδίων πόλεως. Συχνά δεν προηγείται πολεοδομικός σχεδιασμός, ούτε μέριμνα για βασικά ζητήματα της οικιστικής ανάπτυξης, όπως η χωροθέτηση των χρήσεων, τα δίκτυα μεταφορών, οι απαραίτητες υποδομές, ο δημόσιος χώρος κτλ. Αποτέλεσμα είναι η άναρχη περιφέρεια των ελληνικών πόλεων, επιδεινούμενη από μια αδιέξοδη σχέση με το αυτοκίνητο, ιδιαίτερα δυσχερείς συνθήκες μετακίνησης και έλλειψη βασικών αστικών υποδομών.
Η δεύτερη σπάνια πραγματοποιείται στον ελληνικό χώρο ακολουθώντας σωστές διαδικασίες. Ειδικά στη Θεσσαλονίκη δεν έχει προγραμματιστεί, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, η ουσιαστική μεταφορά κεντρικών λειτουργιών προς την περιφέρεια της πόλης. Ωστόσο στην πράξη έχει δημιουργηθεί με ιδιωτική πρωτοβουλία ένας εμπορικός και ψυχαγωγικός πυρήνας έξω από τα όρια της συνεκτικής πόλης. Είναι εμφανής η αλλαγή στις καθημερινές συνήθειες των κατοίκων της πόλης, ειδικότερα στο ανατολικό τμήμα της, και η αξιοποίηση περιοχών του ευρύτερου αστικού και περιαστικού χώρου της Θεσσαλονίκης.
Η Θεσσαλονίκη έχει ένα ιδιαίτερα συνεκτικό κέντρο, που συγκέντρωνε για δεκαετίες το σύνολο σχεδόν της διοίκησης, του εμπορίου, της ανώτατης εκπαίδευσης, της αναψυχής και της έκθεσης. Αποτελεί έναν αρκετά “αεροστεγή” πυρήνα δραστηριοτήτων. Η αδυναμία επέκτασής του οφείλεται σε παλιές αστικές συνήθειες και στις ιδιαιτερότητες της τοπογραφίας. Το δάσος βόρεια, η θάλασσα νότια, το ανατολικό ρήγμα ανατολικά και το δυτικό ρήγμα δυτικά καθιστούν την κεντρική περιοχή της πόλης μία αστική ενότητα λειτουργικά δυσχερή σε επέκταση νέων χρήσεων.
Οι πρώτες ρωγμές στο παραπάνω μοντέλο λειτουργίας της πόλης πραγματοποιήθηκαν στον τομέα της αναψυχής, με την ανάπτυξη στα ανατολικά προάστια σχετικής παραθαλάσσιας ζώνης. Σήμερα, εκτός από την αναψυχή, παρουσιάζει τάσεις αποκέντρωσης ο τομέας του εμπορίου, με τη δημιουργία μεγάλων εμπορικών κέντρων στην περιφέρεια. Οι δραστηριότητες που παραμένουν στα όρια του κέντρου είναι η ενότητα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με τα δύο πανεπιστήμια (ΑΠΘ και Μακεδονίας), και η ενότητα της ΔΕΘ. Το μέλλον τους αποτελεί σήμερα αντικείμενο μιας αναγκαίας συζήτησης με στόχο τη χωρική επέκταση των πανεπιστημίων και τη μετεγκατάσταση της έκθεσης.
Η πόλη βρίσκεται σε κρίσιμη φάση μετεξέλιξης, που σχετίζεται όχι μόνο με την αλλαγή της πληθυσμιακής κλίμακας αναφοράς του ευρύτερου πολεοδομικού συγκροτήματος, αλλά με την ανάγκη ουσιαστικής αποκέντρωσης κεντρικών δομών της. Η αντικειμενική προοπτική αφορά στην αστική ωρίμανση ενός σύγχρονου μητροπολιτικού χώρου για τη Θεσσαλονίκη. Αυτή η πραγματικότητα εμπεριέχει παραμέτρους που σήμερα δύσκολα προσδιορίζονται με ακρίβεια αλλά θα διαμορφώσουν τελικά τον νέο χαρακτήρα της πόλης. Αναπόφευκτα η συνεκτικότητα διαρρηγνύεται και ο αστικός ιστός απελευθερώνεται λειτουργικά και χωρικά. Οι απαιτούμενες βελτιώσεις στο μεταφορικό δίκτυο μαζικής μεταφοράς της πόλης με την επικείμενη λειτουργία του μετρό και των επεκτάσεών του αναμένεται να εντείνουν την τάση αστικής φυγοκέντρισης ανθρώπων και υπηρεσιών.


1. Η αναδιάρθρωση της κεντρικής περιοχής

Η Θεσσαλονίκη έχει μέχρι στιγμής διατηρήσει ένα συμπαγή πυρήνα κατοικίας στο ιστορικό κέντρο, ιδιαίτερα στη νοτιοανατολική πλευρά του. Τα έντονα προβλήματα κυκλοφορίας, προσπέλασης και ανταγωνισμού με τις εμπορικές γραφειακές χρήσεις απωθούν τον πληθυσμό αυτόν προς την περιφέρεια, δημιουργώντας ένα ιδιότυπο “θεματικό πάρκο” εμπορίας, ψυχαγωγίας και διασκέδασης που έχει επικρατήσει ολοκληρωτικά σε περιοχές όπως τα Λαδάδικα.
Η τάση για μονολειτουργικότητα στο κέντρο πρέπει να αποφευχθεί με προγράμματα ανάπλασης των αξιόλογων μεσοπολεμικών οικοδομών και ακόμη των πολυκατοικιών του ελληνικού εργολαβικού μινιμαλισμού των δεκαετιών ’50 και ’60. Είναι ένα σημαντικό οικιστικό απόθεμα που πρέπει να προστατευτεί, καθώς η καταστροφή του δεν είναι περιβαλλοντικά σωστή. Η συνολική αναβίωση περιοχών του κέντρου, με την ανάδειξη των ιστορικών μνημείων και των διατηρητέων αλλά και εκτεταμένα προγράμματα αναβίωσης, μπορεί να επαναφέρει την αίγλη μιας βιώσιμης συμπαγούς κεντρικής περιοχής που θα προσελκύσει νέους ανθρώπους. Τα πρώτα σημεία αλλαγών με τη μετατροπή βιοτεχνικών χώρων σε κατοικίες στην περιοχή της οδού Φράγκων δείχνουν ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία έχει ανταποκριθεί αυθόρμητα στο πρόβλημα. Πρέπει βέβαια να εξασφαλιστούν οι αναγκαίες υποδομές και η συνολική ανάπλαση με κατάλληλα προγράμματα αστικού σχεδιασμού.


2. Άνω Πόλη: παρόν και μέλλον

Η Άνω Πόλη είναι ένας μοναδικός ιστορικός τόπος, με το ιδιαίτερο ανάγλυφο του εδάφους που προσφέρει μοναδική θέα, και ως μνημειακό σύνολο με τα τείχη και τα διάσπαρτα βυζαντινά, οθωμανικά και παραδοσιακά κτίσματα. Από τις εγκεκριμένες προτάσεις “προστασίας” του ιστορικού οικισμού του 1978 υλοποιήθηκε επιλεκτικά το μέρος που αφορούσε την ιδιωτική ανοικοδόμηση, ενώ αγνοήθηκαν σε μεγάλο βαθμό εκείνες που σχετίζονταν με την προστασία των μνημείων και την αποκατάσταση των παραδοσιακών κτισμάτων. Η περιοχή δεν αντιμετωπίστηκε ως παραδοσιακός πυρήνας, με υπερτοπική σημασία και λειτουργία, του οποίου η ακτινοβολία θα αντανακλούσε πάνω σε όλη την πόλη. Αντίθετα, θεωρήθηκε μάλλον τυπική “ενότητα-γειτονιά”, με δική της εσωτερική επάρκεια. Οι διαφαινόμενες τάσεις τουριστικής αλλοίωσης, από την έλλειψη ουσιαστικού ελέγχου στις χρήσεις γης και στην εγκατάσταση λειτουργιών αναψυχής (νυχτερινά κέντρα, ταβέρνες κτλ.), δημιουργούν καταστάσεις υποβάθμισης παρόμοιες με αυτές του τουριστικού πυρήνα της Αθήνας (Πλάκα). Στο θέμα των χρήσεων γης είναι νομίζω προφανές ότι η νυχτερινή ψυχαγωγία είναι ασυμβίβαστη με την κατοικία και μάλιστα σε ιστορικό οικισμό. Είναι λοιπόν απαραίτητο να υπάρξουν επείγοντα μέτρα για να προστατευθεί ο κοινωνικός ιστός της περιοχής και να βελτιωθούν οι συνθήκες διαβίωσης.
Ακόμη, η ισχνότατη μέριμνα για κοινωνικό εξοπλισμό έχει ως συνέπεια τον υπερκορεσμό των ήδη ανεπαρκών κοινωφελών και κοινόχρηστων χώρων, κάτι που θα ενταθεί όταν ολοκληρωθεί η προβλεπόμενη πυκνή δόμηση, η οποία άλλωστε θα εξαφανίσει οριστικά τους χαρακτηριστικούς κήπους της Άνω Πόλης. Το κρίσιμο ζήτημα που καθορίζει τη μελλοντική εικόνα του οικισμού εντοπίζεται στο ισχύον καθεστώς δόμησης. Η εφαρμογή του οδηγεί στην ουσιαστική ανατροπή της παραδοσιακής τυπολογίας των οικοδομικών νησίδων. Η συνολική αποτίμηση της τριαντάχρονης εφαρμογής των νέων όρων και κανονισμών δόμησης στην Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης αποκαλύπτει τα προβλήματα. Είναι φανερό ότι πραγματικός στόχος δεν είναι η προστασία του ιστορικού συνόλου αλλά η ανοικοδόμηση της περιοχής. Οι αρμόδιοι φορείς του ΥΠΠΟ (4η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων), του ΥΠΕΧΩΔΕ και του πρόσφατα καταργημένου ΥΜΑΘ αρκέστηκαν στον χαρακτηρισμό ελαχίστων διατηρητέων κτισμάτων. Για να εκτιμηθεί το μέγεθος του προβλήματος αρκεί να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με τις μελέτες, το 1975 υπήρχαν περίπου 4.000 παραδοσιακά κτίσματα.
Η χρηματοδότηση κατά προτεραιότητα των έργων “απελευθέρωσης” των τειχών και έργων οδοποιίας και στάθμευσης συνεπάγεται την άμεση απαλλοτρίωση και κατεδάφιση των πολυάριθμων ταπεινών μεσοπολεμικών κτισμάτων που βρίσκονται σε επαφή με μεγάλα τμήματα του τείχους. Η εικόνα των ήδη “διαμορφωμένων” περιοχών, με διακοσμητικούς τοιχίσκους από σχιστόπλακες, μέσα σε γραμμικές νησίδες πρασίνου (γκαζόν), φανερώνει καθαρά για ποιαν “αξιοποίηση” πρόκειται, ιδιαίτερα όταν συγκριθεί με την περιοχή πάνω από τη μονή Βλατάδων, όπου παρά τις πρόσφατες κατεδαφίσεις ο προσφυγικός οικισμός εφάπτεται με τα τείχη διαμορφώνοντας ένα μοναδικό σύνολο προσθετικής αρχιτεκτονικής, το οποίο συνιστά μια έμμεση μαρτυρία της ιστορίας του οικισμού.
Γενικότερα το θέμα των διανοίξεων πρέπει να αναθεωρηθεί στη λογική της αποθάρρυνσης της διαμπερούς κυκλοφορίας μέσα από τον ιστορικό οικισμό. Πρέπει να αναζητηθεί νέα οδική σύνδεση του κέντρου με την περιφερειακή οδό που θα καταλήγει στον κόμβο της Ευαγγελίστριας.


3. Οι κοινόχρηστοι χώροι της πόλης

Η ποσότητα και η ποιότητα των δημόσιων χώρων της πόλης είναι σημαντικός δείκτης του πολιτισμικού επιπέδου. Παραδοσιακά, όπως υπογράμμιζε ο Περικλής Γιαννόπουλος, “ο βίος των Ελλήνων είναι υπαίθριος”. Δυστυχώς αυτό σήμερα εκφράζεται περισσότερο στις συχνά ολικές καταλήψεις των πεζοδρομίων και των πλατειών από τις εγκαταστάσεις των κέντρων αναψυχής. Η ανεξέλεγκτη αυτή εξέλιξη αποστερεί από τους πολίτες τους ελάχιστους κοινόχρηστους χώρους της Θεσσαλονίκης. Αντί οι πλατείες, οι πεζόδρομοι και τα πάρκα να λειτουργούν ως καθιστικά της κοινωνίας, εξυπηρετούν πρωταρχικά ιδιωτικά συμφέροντα της ιδιότυπης συντεχνίας των καταστημάτων “υγειονομικού ενδιαφέροντος” ή καταλαμβάνονται από οχήματα και εμπόδια κάθε είδους. Οι πλατείες και οι ανοιχτοί χώροι αξιοποιούνται όλο και λιγότερο από τους πολίτες, καθώς η προσπέλαση είναι προβληματική και το περιβάλλον ελάχιστα φιλικό. Η απώθηση αυτή αφήνει ως κύριους χρήστες τους μετανάστες, που διατηρούν ακόμη την αστική κουλτούρα και εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να πληρώνουν σε τακτική βάση τις αυξημένες τιμές των κέντρων εστίασης και ψυχαγωγίας. Σε πολλές περιοχές αυτή η διαδικασία προσελκύει τις αποκλεισμένες και περιφερειακές ομάδες, εξέλιξη που επιτείνει την υποβάθμιση και τον κοινωνικό διαχωρισμό στην πόλη.
Το παράδειγμα ορισμένων ανοιχτών χώρων της κεντρικής Θεσσαλονίκης είναι χαρακτηριστικό. Στην πλατεία και τον άξονα της Αριστοτέλους οι εγκαταστάσεις των μπαρ και των εστιατορίων δημιουργούν μια αδιαπέραστη ιδιωτική ζώνη στον κοινόχρηστο χώρο και υποβαθμίζουν το μοναδικό στην Ελλάδα σύνολο οργανωμένης αστικής αρχιτεκτονικής με ευρωπαϊκό χαρακτήρα. Ακόμη χειρότερα, η άλλη παραθαλάσσια πλατεία, η πλατεία Ελευθερίας, επίκεντρο κάποτε της κοινωνικής ζωής, έχει επίσημα υποβαθμιστεί σε έναν οργανωμένο υπαίθριο χώρο στάθμευσης.


4. Το θαλάσσιο μέτωπο

Ο Κωστής Μοσκώφ στο βιβλίο του για τη Θεσσαλονίκη-μεταπρατική πόλη άρχιζε χαρακτηριστικά με την παρατήρηση ότι στην πόλη εισάγεται κανείς από τη θάλασσα. Αυτό ήταν απόλυτα ακριβές ως την αρχή του 20ού αιώνα, ενώ βαθμιαία κατά κάποιον παράδοξο τρόπο η πόλη έστρεψε τα νώτα προς το υγρό στοιχείο, το λιμάνι έχασε την πρωταρχική σημασία του ως πύλη προς την ευρύτερη βαλκανική ενδοχώρα και οι ακτοπλοϊκές συνδέσεις με το Αιγαίο είναι σήμερα ελάχιστες.
Το ιστορικό κέντρο είναι το μοναδικό τμήμα που έχει άμεση σύνδεση με το υγρό στοιχείο, καθώς η θάλασσα είναι ορατή ψηλά στον ορίζοντα από τους κεκλιμένους καθέτους δρόμους και τα πλοία μοιάζουν να αιωρούνται ψηλά ανάμεσα στις πυκνοδομημένες πολυκατοικίες. Η νέα παραλία, διαμορφωμένη αρχικά ως λιμενικό έργο, αποτελεί σήμερα ένα χώρο πρασίνου και περιπάτου ιδιαίτερα μετά τη βραβευμένη αρχιτεκτονική της ανάπλαση με ύφος σύγχρονο και κοσμοπολίτικο, το οποίο ωστόσο με τη διαίρεση σε “αστικά δωμάτια” αναιρεί ως ένα βαθμό τις αρχικές μακρινές φυγές και προοπτικές. Στην Καλαμαριά, παρόλο που μια ευτυχής συγκυρία έχει διαφυλάξει θραύσματα του φυσικού τοπίου του αιγιαλού, η πόλη, με την εξαίρεση κάποιων κέντρων αναψυχής της γραμμικής παραλιακής ζώνης, στρέφεται προς τα μέσα. Από εκεί και πέρα η έντονη ανάπτυξη της νοτιανατολικής πλευράς ως το αεροδρόμιο με τα πολυσύχναστα εμπορικά κέντρα αγνοεί επιδεικτικά τη θάλασσα, που παραμένει κυριολεκτικά απροσπέλαστη, καθώς δεν έχει σχεδιαστεί ούτε μια στοιχειώδης παραθαλάσσια διαδρομή.
Η ανάδειξη του ευρύτερου μετώπου είναι κατά την άποψή μου το σημαντικότερο έργο αστικού σχεδιασμού για τη μητροπολιτική Θεσσαλονίκη. Ξεκινώντας από τους βιότοπους των εκβολών του Αξιού - Αλιάκμονα, που μπορούν να διαμορφωθούν ως οικολογικό πάρκο, διευθετώντας με προσοχή την αναγκαία για τις δραστηριότητες λιμενική ζώνη προς τα δυτικά, το ιστορικό λιμάνι -που ήδη ζωντανεύει κατά καιρούς με εκδηλώσεις όπως το Φεστιβάλ Κινηματογράφου το Νοέμβριο- μπορεί να αποτελέσει έναν μεγάλο ανοιχτό χώρο με διάσπαρτες χρήσεις πολιτισμού που θα λειτουργεί ως επέκταση της κεντρικής περιοχής. Η παράλληλη λιμενική χρήση για θαλάσσιες συγκοινωνίες, αστικές και μακρινές, είναι επιθυμητή για να κρατηθεί ο μικτός και παραγωγικός χαρακτήρας, αλλά οι “αμυντικές” περιφράξεις πρέπει να αρθούν και η προσπέλαση να γίνει ελεύθερη.
Το αστικό μέτωπο σε μια άμεση προοπτική καθαρισμού του Θερμαϊκού μπορεί να αποκτήσει λειτουργική σημασία με κοινόχρηστες εγκαταστάσεις και ανάκτηση των ακτών για κολύμβηση. Οι ελαχιστοποιημένες κοινωφελείς χρήσεις πρέπει να διευθετηθούν προσεκτικά και να μη στρέφουν επιδεικτικά τα νώτα στη θάλασσα, όπως στο παράδειγμα του μνημειακού “ευρωβυζαντινού” Μεγάρου Μουσικής. Η σημαντικότερη ίσως προοπτική υπάρχει με ενοποίηση, σημειακές παρεμβάσεις και άνοιγμα της ακτής από την Καλαμαριά ως το αεροδρόμιο και μετά ως τη Μηχανιώνα και τις υπόλοιπες ακτές του Θερμαϊκού, που μπορούν να συνδεθούν με παραθαλάσσιες διαδρομές.


5. H παρουσία της σύγχρονης αρχιτεκτονικής

H δημιουργία σημαντικών αρχιτεκτονικών έργων έχει εξαιρετική σημασία σε μια πόλη και μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την αφύπνιση και την ευρύτερη αναγνωρισιμότητά της. Το παράδειγμα του Mουσείου Γκουγκενχάιμ στο Mπιλμπάο είναι εύγλωττο. Ένα εντυπωσιακό αλλά και αμφιλεγόμενο αρχιτεκτονικά έργο του διεθνούς αστέρα Φρανκ Γκέρι, στο πλαίσιο μιας αναπάντεχης συνεργασίας των αμερικανικών πολιτιστικών θεσμών με τους ημιαυτόνομους Bάσκους, υπήρξε ο προπομπός μιας ευρύτερης αστικής ανάπλασης και σχεδιασμού της πόλης.
Στη Θεσσαλονίκη, μέσα στο ομογενοποιημένο αστικό τοπίο των πολυκατοικιών της αντιπαροχής, που εκτείνεται σήμερα με μικρές ασυνέχειες στη περιφέρεια, είναι δύσκολο με μια απαίδευτη ματιά να διακρίνει κάποιος σημαντικά έργα αρχιτεκτονικής. Ωστόσο η πόλη διαθέτει διάσπαρτα σημαντικά έργα μοντέρνας αρχιτεκτονικής που παραμένουν άγνωστα στο ευρύτερο κοινό, καθώς έχουν ελάχιστα προβληθεί και μελετηθεί. Γενικά η σύγχρονη αρχιτεκτονική δεν αποτελεί σημαντική προτεραιότητα και μόνο η εκλεκτικιστική ιστορική εκδοχή της ύστερης οθωμανικής περιόδου και του μεσοπολεμικού εκσυγχρονισμού μάς κληροδότησαν δημοφιλή έργα, όπως τις επαύλεις της Bασιλίσσης Όλγας, το Διοικητήριο, την παλιά Φιλοσοφική Σχολή και τις αστικές ομοιόμορφες πολυκατοικίες της Aριστοτέλους. Tα πιο λιτά μοντέρνα συγκροτήματα του Πάτροκλου Kαραντινού στην πανεπιστημιούπολη και το Aρχαιολογικό Mουσείο, για να αναφέρω έργα ενός μόνο από τους πρωτοπόρους της μοντέρνας αρχιτεκτονικής στην πόλη, παραμένουν απροστάτευτα και παραγνωρισμένα στο έλεος της ανεξέλεγκτης φθοράς από απρογραμμάτιστες μικρές και μεγάλες ανακαινίσεις. Ελάχιστα νεότερα έργα αρχιτεκτονικής έχουν λειτουργήσει ως σημεία αναφοράς, και συχνά αυτό έγινε ασυνείδητα, από την περίοπτη θέση και μορφή τους, όπως στην περίπτωση του πύργου του OTE του Γ. Aναστασιάδη, που λειτούργησε ως τοπόσημο στη χρυσή περίοδο της ΔEΘ. Aντίστοιχα, το σχετικά υπερτιμημένο Mουσείο Bυζαντινού Πολιτισμού του K. Kρόκου με τη σύγχρονη διακριτική εκδοχή της ελληνικότητας σε επίπεδο τυπολογίας και υφής έχει ευρύτερη αποδοχή από το καλλιεργημένο κοινό, καθώς παραπέμπει σε μια ιδεολογικά αποδεκτή τοπικότητα, κάτι που κατά παράδοξο τρόπο ισχύει λιγότερο για το μοναδικό, αρκετά παραγνωρισμένο Πειραματικό Σχολείο, οριακό έργο του Δ. Πικιώνη.
Tο νέο δημαρχείο των T. και Δ. Mπίρη είναι ένα παράδειγμα που φανερώνει τις αντιφάσεις της εποχής μας. Υλοποιήθηκε καθυστερημένα, 25 χρόνια μετά την αρχική βραβευμένη μελέτη, σε ακατάλληλη θέση και με λαθεμένους χειρισμούς σε επίπεδο αστικού σχεδιασμού, καθώς παραμένει εσωστρεφές και αγνοεί τις φωτεινές διαδρομές και τις φυγές της περιοχής. Δεν παύει ωστόσο να είναι έργο σημαντικών επώνυμων δημιουργών στο πλαίσιο της κλασικής αθηναϊκής και ως ένα βαθμό συντηρητικής τεκτονικής προσέγγισης, που επικεντρώνεται στη μοντέρνα ελληνική εκδοχή της κατασκευής δοκού επί στύλου. O χρόνος θα δείξει αν με τη μαζική αξιοποίησή του από τους πολίτες θα καταφέρει τελικά να εγγραφεί στη συνολική μνήμη ως μείζον σημείο αναφοράς και πόλος συνάντησης, όπως οφείλει να είναι ένα δημαρχείο σε μια πόλη που το στερήθηκε αδικαιολόγητα στη διάρκεια ενός αιώνα από την απελευθέρωσή της.
H απουσία νέων σημείων αναφοράς δημιουργεί σημαντικό πρόβλημα προσανατολισμού στην πόλη. Πέρα από το Λευκό Πύργο, τα κάστρα και ελάχιστα άλλα μνημεία, δεν υπάρχουν αρχιτεκτονικά έργα που να εγγράφονται ως αστικοί συντελεστές στη συλλογική μνήμη. Ακόμη και στα υπάρχοντα ιστορικά σημεία αναφοράς, μια μέτρια και συμβατική διαμόρφωση, όπως για παράδειγμα γύρω από τη Pοτόντα, δεν συμβάλλει στην αναγνωρισιμότητα. Έτσι, συχνά ένα εμπορικό κέντρο όπως η “Πλατεία”, ή ένα πολυκατάστημα όπως το “Zάρα”, αξιοποιούνται ως υποκατάστατα για τον προσανατολισμό ή τις συναντήσεις στο κέντρο.
Είναι επιτακτική η ανάγκη να εξοικειωθεί το ευρύτερο κοινό ώστε να αναγνωρίζει τις αξίες της σύγχρονης αρχιτεκτονικής. Σ’ αυτό βοηθούν τα τελευταία χρόνια τα MME με αφιερώματα και αναφορές στην αρχιτεκτονική, την πόλη και το design, μια προσέγγιση χρήσιμη, όσο και αν εκ των πραγμάτων επικρατεί μια ανώδυνη lifestyle οπτική. Kατά την άποψή μου είναι κυρίως θέμα παιδείας με την ευρύτερή της διάσταση, και στον τομέα αυτό οι αρχιτεκτονικές σχολές, οι σύλλογοι και οι φορείς, αλλά και οι σκεπτόμενοι αρχιτέκτονες, οφείλουν να συμβάλουν.


6. Η ΔΕΘ και το μέλλον της πόλης

Σημαντικές επεμβάσεις αστικού σχεδιασμού μπορούν να έχουν συνολική επίδραση στο μέλλον μιας μητρόπολης, όπως δείχνει το παράδειγμα της Βαρκελόνης με τις ολυμπιακές εγκαταστάσεις. Η ΔΕΘ, που ασφυκτιά στο κέντρο της πόλης, δημιουργεί μιαν αντίστοιχη μοναδική ευκαιρία για τη Θεσσαλονίκη. Η χωροθέτησή της νοτιοανατολικά, ενδεχόμενα στο αγρόκτημα του ΑΠΘ, παρουσιάζει αναμφισβήτητα πλεονεκτήματα. Η γειτνίαση του αεροδρομίου παρέχει εύκολη προσβασιμότητα και συνύπαρξη σχετικών χρήσεων (συνεδριακά - εμπορικά κέντρα, ξενοδοχεία). Επιπλέον, η παραθαλάσσια θέση μπορεί να βοηθήσει στον επαναπροσδιορισμό της σχέσης της πόλης με το διαχρονικής σημασίας θαλάσσιο μέτωπο. Η μετεγκατάσταση προτείνεται με πρότυπο σχεδιασμό βασισμένο σε περιβαλλοντικές αρχές μαζί με εγκαταστάσεις έρευνας, εκπαίδευσης και εκτεταμένο πάρκο. Παράλληλα, στο κέντρο της πόλης υλοποιείται η ενοποίηση των ανοιχτών χώρων με διάσπαρτες πολιτισμικές και εκπαιδευτικές χρήσεις.
Η συνολική πρόταση της διπλής αναβάθμισης της κεντρικής περιοχής και της ανατολικής εισόδου με την ευκαιρία της μεταφοράς της ΔΕΘ είναι η μόνη, μέχρι στιγμής, που βασίζεται σε τεκμηριωμένη διερεύνηση. Ωστόσο δεν αξιολογήθηκε ουσιαστικά από αρμόδιους θεσμικούς φορείς. Δυστυχώς, οι αρνητικές εμπειρίες από ανάλογες περιπτώσεις έργων της Θεσσαλονίκης δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια αισιοδοξίας. Είναι γεγονός ότι η υλοποίηση σημαντικών έργων αστικού σχεδιασμού και ανάπτυξης προϋποθέτει την ύπαρξη κεντρικής και τοπικής εξουσίας ικανής να εκτιμά και να υλοποιεί καθοριστικές επιλογές. Σε αντίθετη περίπτωση η Θεσσαλονίκη θα μείνει χωρίς πραγματική Διεθνή Έκθεση, καθώς είτε αυτή θα παραμείνει εγκλωβισμένη χωρίς δυνατότητα εκσυγχρονισμού, είτε θα απομονωθεί σε μια νησίδα της βορειοδυτικής περιφέρειας που δεν προσφέρει την απαραίτητη συνέργεια, αναπαράγοντας έναν κρατικοδίαιτο τοπικό θεσμό χωρίς όραμα, εμβέλεια και ακτινοβολία.


7. Η ανάγκη ενός ολιστικού περιβαλλοντικού σχεδιασμού

Από τις μελέτες περιπτώσεων που προαναφέρθηκαν γίνεται αντιληπτό ότι ο σχεδιασμός του μέλλοντος της Θεσσαλονίκης υπερβαίνει τα όρια ενός συμβατικού ρυθμιστικού σχεδίου και απαιτεί ένα συνδυασμό δράσεων σε όλα τα επίπεδα παρεμβάσεων, από την αρχιτεκτονική ως τη χωροταξία και την ανάπτυξη, με ιδιαίτερα κρίσιμη την κλίμακα της αστικής σύνθεσης. Ενοποιητικό στοιχείο αυτών των παρεμβάσεων είναι η υιοθέτηση μιας πολιτικής ολιστικού περιβαλλοντικού σχεδιασμού, που βαθμιαία θα δημιουργήσει μια περισσότερο βιώσιμη πόλη. Ο περιβαλλοντικός σχεδιασμός δεν περιορίζεται σε μια πολιτική εξοικονόμησης ενέργειας στα κτίρια και τις μεταφορές, αλλά αφορά στο σύνολο σχεδόν των επεμβάσεων στο χώρο της ευρύτερης πόλης. Απαιτεί μια συμπαγή πόλη με πολλαπλούς πυρήνες και αυτό συνεπάγεται αναπλάσεις στο πυκνοδομημένο κέντρο, αλλά και σχετική πύκνωση στην περιφέρεια, με εξασφάλιση ωστόσο ηλιασμού, σκίασης και αερισμού με κατάλληλες πολεοδομικές διατάξεις. Η πυκνότητα επιτρέπει την έμφαση στις δημόσιες μεταφορές, που σε συνδυασμό με χώρους στάθμευσης περιφερειακά στο κέντρο μπορούν σχετικά εύκολα να βελτιώσουν το κυκλοφοριακό πρόβλημα που γίνεται σήμερα αντιληπτό ως αδιέξοδο.
Η διαμόρφωση των ανοιχτών χώρων έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια πόλη που στερείται σημαντικά το πράσινο. Τα στρατόπεδα που βαθμιαία εγκαταλείπονται μπορούν να αξιοποιηθούν ως ανοιχτοί χώροι με ελάχιστες επιλεγμένες κοινωνικές χρήσεις, εγκαταλείποντας τις κερδοσκοπικές πολιτικές ανοικοδόμησης πολυκατοικιών. Περισσότερο κρίσιμη είναι η περιβαλλοντική διαμόρφωση των μικρότερων κοινόχρηστων χώρων, δρόμων, πλατειών, νησίδων, καθώς και των ιδιωτικών ακάλυπτων χώρων, με φυτεύσεις, διατάξεις σκιασμού και χρήση υδατοπερατών δαπέδων. Η συστηματική ενθάρρυνση τέτοιων παρεμβάσεων μπορεί κυριολεκτικά να μεταβάλει το αστικό μικροκλίμα και τις συνθήκες διαβίωσης του μεγάλου αριθμού κατοίκων.
Στην ευρύτερη αυτή περιβαλλοντική προσέγγιση δεν πρέπει να περιοριστούμε στα στερεότυπα μιας “πράσινης” ανάπτυξης μηχανιστικού τύπου, όπου κυριαρχούν τα νέα στερεότυπα των συλλεκτών, των μονώσεων και των φωτοβολταϊκών. Ο προβληματισμός για τη μακρά διάρκεια της πόλης οφείλει να είναι ολιστικός. Οι εναλλακτικές κατασκευές και τα φιλικά προς το περιβάλλον υλικά πρέπει να επιλέγονται με πολλαπλά κριτήρια: τις ανανεώσιμες πρώτες ύλες, την ενέργεια που ενσωματώνεται για την παραγωγή και μεταφορά, την τοξικότητα, τη διάρκεια ζωής και τη δυνατότητα τελικής αποδόμησης και ανακύκλωσης.
Στο πλαίσιο αυτό γίνεται αντιληπτό ότι για το υφιστάμενο οικιστικό απόθεμα η ανάπλαση είναι θέμα πρώτης προτεραιότητας και θα αποτελέσει κυρίαρχο αντικείμενο ενασχόλησης μηχανικών και κατασκευαστών στο άμεσο μέλλον. Με την οπτική αυτή η διατήρηση των ιστορικών κατασκευών αποκτά διευρυμένη διάσταση, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την ανακαίνιση απλών κτισμάτων τα οποία διαμορφώνουν ωστόσο τελικά τη συλλογική εικόνα της πόλης.
Για τις περιφερειακές επεκτάσεις γίνεται φανερό ότι με απλές βιώσιμες επιλογές αστικού σχεδιασμού εξασφαλίζονται η συνεκτικότητα, ο προσανατολισμός και η ενοποίηση των ανοιχτών χώρων. Με την κλιματική προσαρμογή των κατασκευών και την αισθητική τους ένταξη στον τόπο επιτυγχάνεται σε μεγάλο βαθμό ο διευρυμένος αρχιτεκτονικός περιβαλλοντικός σχεδιασμός. Η εφαρμογή και η υλοποίηση αυτών των μέτρων είναι πρωταρχικό θέμα παιδείας και συνειδητοποίησης. Κατά συνέπεια, το πρόβλημα της Θεσσαλονίκης είναι καταρχήν πολιτικό με την ευρύτερη παιδευτική έννοια του όρου. Η ανοίκεια σημερινή εικόνα έχει ως ένα βαθμό προβληματίσει σημαντικές ομάδες πολιτών και η ανάγκη ενός φιλικού προς το περιβάλλον σχεδιασμού έχει πλέον εγγραφεί αποφασιστικά στις συλλογικές προτεραιότητες.  
ΠΗΓΗ: εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Παραίτηση Κ. Πραντσίδη απο το blog! Τί κάνουμε;

Κυκλοφορεί ο ΚΑΤΟΙΚΟΣ Μαΐου!

ΕΠΕΙΓΟΝ! Ο Δήμαρχος γκρεμίζει το εργοστάσιο ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗ!