Ψυχραιμότερα, Κουροπάτκιν...

του Παντελή Μπουκάλα

Όσοι φωνασκούν υπέρ πολέμου, δικοί μας ή ξένοι, θα ’πρεπε να μάθουν κάποτε να μετρούν την αξία της ανθρώπινης ζωής με τα σταθμά που της αξίζουν. Δεν φαίνεται πάντως πιθανό. Οι στρατάρχες γραφείου, όσοι ζώνουν γιαταγάνια στον ασφαλισμένο χώρο τους, είναι πάντα αναρίθμητοι, όπως και οι έμποροι «πατριωτισμού» ή «ανθρωπιστικών εκστρατειών», και πάντα ανεπίδεκτοι μαθήσεως. Παράδειγμα ο Τόνι Μπλερ, που μυρίστηκε πάλι αίμα κι είπε να ξαναδώσει τα φώτα του, όπως τότε με τα σατανικά χημικά του Ιράκ. Τίποτε πιο επικίνδυνο, και πιο γελοίο, διεθνώς, από τους πολιτικούς που ντύνονται στολή αλεξιπτωτιστή, πιλότου ή πεζοναύτη για να προβάρουν τον φωτογενή εμπορευματικό ηρωισμό τους.
Στα καθ’ ημάς, τις δάφνες των πολεμοφλύαρων πολιτικάντηδων, που παγιδεύει ο ένας τον άλλον στη ρητορική της ελαφρότητας κι ύστερα ψέγει ο ένας τον άλλον σαν υπερβολικά επιθετικό, τις διεκδικούν οι στραταρχογράφοι. Οσοι δημοσιογράφοι δηλαδή θα ήθελαν να έχουν γίνει στρατάρχες αλλά κόπηκαν στη βασική εκπαίδευση.
Αυτοί ξέρουν πάντα καλύτερα από τους στρατηγούς, έχουν πάντα καλύτερες πληροφορίες και από τις μυστικές υπηρεσίες, διαβάζουν το πεδίο της μάχης με μεγαλεξανδρινή οξύνοια. Παράδειγμα ο κ. Δήμος Βερύκιος, που εμφανίστηκε στο πρωινό στούντιο με στολή παραλλαγής. Κατόπιν Αποκριάς.
Κατά κάποιον τρόπο είναι οι κληρονόμοι του Πέτρου Κανελλίδη όλοι τους, αλλά χωρίς την ακίνδυνη αφέλεια εκείνου. Εκδότης των «Καιρών» ο Κανελλίδης, άφησε στην Ιστορία την επιτακτική προτροπή «Δεξιώτερα, Κουροπάτκιν» που απηύθυνε το 1904 στον στρατάρχη των Ρώσων, στον πόλεμό τους με τους Ιάπωνες. Δεν τον άκουσε ο Ρώσος και ηττήθηκε. Γιατί δεν τον άκουσε; Οχι επειδή δεν διάβαζε τους «Καιρούς», αλλά ίσως επειδή είχε πάρει από κακό μάτι τους Ελληνες. Κι έφταιγε ο πατέρας του Νίκου Καββαδία γι’ αυτό.
«Μια νύχτα τον σύρανε στο αντίσκηνο του Ρώσου διοικητή, του Κουροπάτκιν», λέει ο Κόλιας για τον πατέρα του τον Χαρίλαο, που ήταν προμηθευτής του τσαρικού στρατού. «Πάνω στο κιβώτιο που ’χε για τραπέζι, ανάμεσα σ’ ένα μεσοκομμένο ψωμί, βρισκόταν μια τεράστια κατσαρίδα, ένας τούμπανος.
–Θα σε τουφεκίσω πριν ξημερώσει. Τι είναι αυτό;
Ο πονηρός Κεφαλονίτης τροφοδότης πήρε το “πειστήριο” στο χέρι, το ζύγιασε με το μάτι, το ’βαλε στο στόμα και το κατάπιε!
–Σταφίδα, εξοχότατε. Του νησιού μου!
Ο Κουροπάτκιν κατάπιε το γέλιο του δυσκολότερα απ’ ό,τι ο πατέρας μου το θεριό.
–Φύγε… Κι άλλη φορά δεν τη γλιτώνεις».

Πηγή: Η Καθημερινή

Σχόλια