Δεν είμαστε φίλοι με τον καθένα

του Φρεντερίκ Λορντόν

Είμαστε εδώ για να σκεφτούμε και να διερωτηθούμε πάνω σε μερικά θεμελιώδη ερωτήματα: Πού πάμε; Τι θέλουμε; Τι μπορούμε να κάνουμε; Έτσι, αξίζει να χρησιμοποιήσουμε κάθε διαθέσιμη ευκαιρία για σκέψη, ακόμα και όταν πρόκειται για γεγονότα τυχαία ή άνευ σημασίας. Μερικές φορές, γεγονότα που φαίνονται χωρίς σημασία είναι εξόχως αποκαλυπτικά. Τέτοια είναι η περίπτωση του Alain Finkielkraut (του γνωστού συντηρητικού «νέου φιλόσοφου», που εμφανίστηκε στην Place de la République, επιδιώκοντας να τραβήξουν την προσοχή, φωνάζοντας «φασίστες», πράγμα που οδήγησε στην εκδίωξή του από την Πλατεία).
Τίποτα δεν θα μπορούσε να μας επιτρέψει να καταλάβουμε ποιοι είμαστε και τι θέλουμε  αυτήν την ανόητη μικρή ιστορία. Μας επιτρέπει επίσης, a contrario, να δούμε πού οφείλεται η σχετικά ευνοϊκή υποδοχή μέχρι στιγμής του Nuit Debout από τα μέσα ενημέρωσης και  να μην έχουμε αυταπάτες ότι αυτό δεν θα μπορούσε να διαρκέσει για καιρό. Μιλώντας για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, θέλω να κάνω μια διάκριση: αφενός υπάρχουν οι δημοσιογράφοι που βρίσκονται στην Place de la République, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι και οι ίδιοι νέοι και επισφαλείς και έχουν κάθε λόγο να ταυτιστούν με το κίνημα, και αφετέρου, οι μηντιάρχες που διατηρούν το μονοπώλιο του  λόγου και προσπαθούν διαρκώς να σπρώξουν το κίνημα σε μια κατεύθυνση που θεωρούν ελεγχόμενη, σε κάτι που θα αποκαλούσα «εμπλοκή των πολιτών». Με αυτό εννοώ την εμπλοκή των πολιτών για χάρη της συζήτησης, αλλά χωρίς να παίρνονται αποφάσεις, χωρίς να γίνεται τίποτα, και πάνω απ’ όλα, χωρίς να τραβιούνται διαχωριστικές γραμμές. Ένα είδος αβλαβούς δημοκρατίας, σχεδιασμένης να μην καταφέρνει τίποτα και να μας κάνει ακόμα και να ξεχνάμε –όσο γίνεται πιο γρήγορα– τον αρχικό λόγο της κινητοποίηση μας: την ανατροπή του νομοσχεδίου της Ελ Κομρί και του κόσμου που αντιπροσωπεύει.
Τα αφεντικά των μέσων ενημέρωσης θέλουν να μας εμπλέξουν σε ένα τέλμα αδράνειας, το κεντρικό μήνυμα του οποίου θα θυμίζει την πολιτική των τουριστικών επιχειρήσεων της Costa del Sol: «all-inclusive». Μας καλούν να μην κάνουμε αποκλεισμούς, καλωσορίζοντας τους όλους χωρίς την παραμικρή διάκριση, διότι, όπως όλοι γνωρίζουν, η δημοκρατία δεν θα μπορούσε να ανεχτεί οποιουδήποτε είδους διακρίσεις. Και όμως, αυτή η χώρα πλήττεται από δύο μεγάλης κλίμακας βιαιότητες: την βία του κεφαλαίου και την ταυτοτική-ρατσιστική βία, της οποίας ο Φινκλεκρώ  είναι ίσως ο γνωστότερος κήρυκας. Ωστόσο, στο όνομα της all-inclusive δημοκρατικότητας, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μας διατάζουν να καλωσορίσουμε τον Φινκλεκρώ προς το συμφέρον της δημοκρατίας. Ε όχι, λοιπόν!

Δεν είμαστε εδώ για μια παρουσίαση all-inclusive ενεργών πολιτών, όπως θα ήθελαν ο διευθυντής της LibérationLaurent Joffrin και η υπουργός Παιδείας Najat Vallaud-Belkacem. Είμαστε εδώ για να κάνουμε πολιτική. Δεν είμαστε φίλοι με όλους, δεν ήρθαμε για να φέρουμε την ειρήνη. Δεν έχουμε κανένα σχέδιο για ομοφωνία: μάλιστα, χρειάζονται σοβαρές συγκρούσεις με κάποιους. Ναι λοιπόν, από τη στιγμή που οι μηντιάρχες κατάλαβαν ότι είμαστε αποφασισμένοι να μην βαδίσουμε προς το αδιέξοδο που θέλουν να μας οδηγήσουν, ελπίζουν τουλάχιστον ότι με τους υψηλούς τους τόνους θα μας επιβάλουν μερικές αλλαγές. Θα μας αποκαλέσουν «σεχταριστές»· άλλωστε, κολλούν την ετικέτα του «σεχταριστή» σε όποιον αρνείται να ενταχθεί στη αίρεση τους. Αν υπάρχει μία επιβλαβή αίρεση στη Γαλλία, τα τελευταία τριάντα χρόνια, αυτή είναι η αίρεση της ολοκληρωμένης νεοφιλελεύθερης ολιγαρχίας. Πρέπει να προετοιμαστούμε γι’ αυτή τη στιγμή και να μη φοβηθούμε: θα μπορούσε ακόμη και να είναι ένα  καλό σημάδι, το σημάδι ότι έχουμε πραγματικά αρχίσει να τους ανησυχούμε.
Θα θέσω, λοιπόν, το ερώτημα: Έχουμε δει ποτέ ένα κίνημα που αμφισβήτησε σοβαρά την κοινωνική τάξη πραγμάτων να εκθειάζεται από την αρχή μέχρι το τέλος, από τα οργανικά μέσα της καθεστηκυίας τάξης; Ένα ακόμη σχόλιο στο σημείο αυτό. Θα ήθελα να επισημάνω σε εκείνους που μπαίνουν στον πειρασμό να ενδώσουν στη χίμαιρα της δημοκρατικής ομοφωνίας, ότι έτσι θέτουν σε κίνδυνο το σχέδιό τους για την αλλαγή του κόσμου, καθώς θα δυσαρεστήσει εκείνους που δεν θέλουν καθόλου να αλλάξει ο κόσμος και οι οποίοι μπορεί να έχουν πολύ ισχυρά συμφέροντα στο να παραμείνουν τα πράγματα ακριβώς όπως είναι.
Θέλω να επιμείνω σε ένα-δύο πράγματα που χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων. Το πρώτο, λοιπόν, που θέλω να πω είναι: «Δεν απαιτούμε τίποτα». Φαντάζομαι ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις θα το βλέπουν αυτό με μισό μάτι, δεδομένου ότι καταστατικά η δράση τους βασίζεται στις διεκδικήσεις. Αλλά θεωρώ ότι η συντονισμένη δράση με τη μεγάλη μάζα των μισθωτών –και, επομένως, με τις οργανώσεις τους– είναι πολύ σημαντική για το Nuit Debout και θεωρώ πολύ σημαντικό να λύσουμε αυτή την παρεξήγηση. Και προφανώς δεν απευθύνω κάποιου είδους κάλεσμα για εγκατάλειψη των διεκδικητικών δράσεων. Σε πάρα πολλές περιπτώσεις, οι διεκδικήσεις δεν αποτελούν επιλογή, αλλά αναγκαιότητα – και  μερικές φορές ζωτικής σημασίας. Αλλά, με κάποια προβοκατόρικη πρόθεση, θέλω να τονίσω τα όρια ενός κινήματος διεκδικήσεων. Τα όρια αυτά φαίνονται ξεκάθαρα όταν βάζουμε τα ζητήματα σε παγκόσμια κλίμακα. Μπορούμε να διαδηλώσουμε όσο θέλουμε διεκδικώντας την αύξηση του κατώτατου μισθού, την εβδομάδα των 32 ωρών ή την επέκταση των κοινωνικών δικαιωμάτων: αλλά αυτό δεν έχει κανένα νόημα όταν δεν αμφισβητούνται ταυτόχρονα οι δομές του νεοφιλελευθερισμού, δομές που κάνουν αυτές τις διεκδικήσεις αδύνατες. Παγιδευμένες ανάμεσα στην χρηματιστικοποίηση, την εξουσία των μετόχων, το ανεξέλεγκτο ελεύθερο εμπόριο και τη λιτότητα του ευρώ, οι διεκδικήσεις των μισθωτών, σε όλο τον πλανήτη, δεν έχουν καμία τύχη.
Όταν οι νεοφιλελεύθεροι υποστηρίζουν ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση» λένε την αλήθεια. Αλλά είναι μια αλήθεια υπό όρους. Είναι αλήθεια ότι όταν το πλαίσιο το ορίζουν οι δομές του νεοφιλελευθερισμού, ναι, δεν υπάρχει πλέον καμία εναλλακτική λύση – και το πλαίσιο έχει οριστεί ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο, για να μην υπάρχουν εναλλακτικές. Ωστόσο, αν δεν υπάρχει εναλλακτική λύση εντός πλαισίου, εξακολουθεί να υπάρχει η εναλλακτική λύση της επαναχάραξης του πλαισίου. Αλλά αυτό σημαίνει πολιτική· κι αυτό είναι  κάτι διαφορετικό από τη διατύπωση αιτημάτων. Καταλαβαίνουμε πολύ καλά ότι δεν μπορούμε να υποβάλλουμε «αιτήματα» αλλαγής του πλαισίου στους φύλακες του εν λόγω πλαισίου. Πρέπει να τους διώξουμε και στη συνέχεια να ξαναχτίσουμε πολιτικά το πλαίσιο. Και θα το κάνουμε ακριβώς για να ξαναδημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ύπαρξης των δράσεων που θα προβάλουν διεκδικήσεις.
Επιπλέον: δεν «αιτούμαστε» τον τερματισμό του κέρδους για την ιδιοκτησία Δεν «αιτούμαστε» την κατάργηση των αυθαίρετων κανόνων των αφεντικών ή την δημοκρατική οργάνωση κολεκτίβων παραγωγής· δεν «αιτούμαστε» την κοινωνική δημοκρατία… Γι’ αυτά υπάρχει η πολιτική, με την υψηλότερη έννοια του όρου. Ωστόσο, η συντακτική συνέλευση μιας κοινωνικής δημοκρατίας δεν είναι ένας μακρινός στόχος; Ευχαριστώ πολύ, το γνωρίζω. Πρέπει επίσης να πούμε μερικά πράγματα με το όνομά τους: στην πραγματικότητα, η κοινωνική δημοκρατία δεν θα ήταν τίποτε άλλο παρά επικύρωση μιας επαναστατικής διαδικασίας. Γιατί λοιπόν να μιλήσουμε για κάτι τέτοιο τώρα, όταν δεν υπάρχει καμιά προϋπόθεση για επαναστατικές διαδικασίες; Ακριβώς για να αρχίσουμε να μιλάμε για το ζήτημα.
Το να μιλήσουμε για κοινωνική δημοκρατία σημαίνει να θέσουμε το ζήτημα δημόσια, και να το κάνουμε   με βάση ξεκάθαρες, κοινές και παγκόσμιες εμπειρίες: οι άνθρωποι υποφέρουν στη δουλειά τους. Υποφέρουν από την αυθαιρεσία των αφεντικών, είναι εξαρτώμενοι και ευάλωτοι. Για να μιλήσουμε για κοινωνική δημοκρατία πρέπει να ξεκινήσουμε από αυτό, το οποίο είναι εξαιρετικά ξεκάθαρο,  και να επιβάλουμε την ιδέα στον δημόσιο διάλογο, με τέτοια επιμονή που να καθιστά το πρόβλημα αδύνατο να αγνοηθεί, και δεν θα επιτρέπει στους ανθρώπους να το παραβλέψουν.
Αυτό εννοούσα –και ίσως δεν ήμουν πολύ σαφής– όταν χαρακτήριζα το Nuit Debout «τηλεσκοπικό κίνημα». Στην μία άκρη, η ενέργεια της συνέλευσης, όλη η δύναμη της αυθόρμητης πρωτοβουλίας στην Place de la République: το τρέξιμο σε ένα αστυνομικό τμήμα, λ.χ., όταν συλλαμβάνεται ένας σύντροφος. Προχθές κάποιος είπε κάτι σημαντικό στην πλατεία: είπε «Πρέπει να ρίξουμεε άμμο στα γρανάζια, παντού». Κόκκους άμμου, όπως όταν διακόψαμε την ομιλία της δημάρχου του Παρισιού Αν Ινταλγκό πριν από δύο εβδομάδες, ή της συνεδρίασης που οργάνωσαν οι φοιτητές της ESCP (ιδιωτική Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων) με τον αντιπρόεδρο του Εθνικού Μετώπου Florian Philippot. Με λίγα λόγια, αυτό σημαίνει να εκτροχιάσουμε την τρέχουσα πορεία των πραγμάτων, σε μια πληθώρα σημείων – να τους παρενοχλούμε και να τους στερήσουμε την αίσθηση της ηρεμίας!
Στην άλλη άκρη, υπάρχουν βασικές ιδέες για να σφυρηλατήσουμε αρχικούς πολιτικούς στόχους, κλιμακούμενους ανάλογα με το βαθμό φιλοδοξίας και απήχησης. Πρώτα απ’ όλα, η ιδέα της σύνδεσης μεταξύ αστικού ακτιβισμού, εργατικής τάξης και νεολαίας των προαστίων. Και μετά υπάρχουν ιδέες σχετικά με το πώς πρέπει να ανακατασκευαστεί το πλαίσιο: απαγόρευση κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων για τις τράπεζες, εξουδετέρωση της εξουσίας των μετόχων, κατάργηση δολοφονικών συνθηκών όπως οι ευρωπαϊκές συνθήκες ή η TAFTA – τώρα, αυτοί είναι οι στόχοι!
Με πολύ ευρύ φάσμα δράσεων, το Nuit Debout υπάρχει για να θέσει νέα ζητήματα. Μερικές από τις ιδέες είναι μακρινές, αυτό είναι αλήθεια. Αλλά για να μπορέσουν να σημειώσουν πρόοδο –και αυτό είναι που θέλουμε– το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τις θέσουμε σε τροχιά, και να το κάνουμε άμεσα.
* Η ομιλία του Frédéric Lordon στην Bourse du Travail στο Παρίσι, με θέμα τις προοπτικές της Nuit Debout, στις 20.4.2016. Δημοσιεύθηκε στα αγγλικά, στο μλογκ του versobooks,25.4.2016. Μετάφραση: Γιάννης Χατζηδημητράκης
Πηγή: Ενθέματα

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Λάκης Λαζόπουλος: Το κλάμα της γάτας

Το Στρατόπεδο Μέγας Αλέξανδρος, στους Αμπελόκηπους. Δείτε πως είναι σήμερα...

Έγκλημα χωρίς τιμωρία! Βομβάρδισαν με χημικά την Ιντλίμπ – Σκότωσαν γυναίκες και παιδιά - Φόβοι για 100 νεκρούς