Αυτό το κενό ποιός θα το πάρει;

του Κώστα Παπαπαναγιώτου

Από το δημοψήφισμα και μετά καταγράφεται σταθερά ένα ποσοστό, της τάξεως του 30%, των συμπολιτών μας που επιλέγει το "κανένα" ως πολιτικό κόμμα, τόσο στις τελευταίες εκλογές απέχοντας,  όσο και σε όλες ανεξαιρέτως τις δημοσκοπήσεις.
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός στη στατιστική για να αντιληφθεί πως το κόμμα του "κανένα" είχε ψηφίσει σύσσωμο "Όχι" στο δημοψήφισμα αφού το "Ναι" εκπροσωπείται με συνέπεια από τρία τουλάχιστον κόμματα (Ν.Δ., Πασοκ, Ποτάμι) και οι ψηφοφόροι του κάθε άλλο παρά άστεγοι είναι. Καθώς δε το ναζιστικό κόμμα δηλώνει σταθερά αντιευρωπαϊκό-δεν είναι ζήτημα του παρόντος άρθρου η αξιοπιστία η μή των ισχυρισμών αυτών- και οι υπόλοιπες δυνάμεις του χώρου της Δεξιάς και του Κέντρου ανήκουν στο στρατόπεδο του "Ναι",  εύλογα μπορεί κανείς να τοποθετήσει τους ψηφοφόρους του "κανένα" στα  αριστερά του πολιτικού φάσματος.
Σε μια πρώτη ματιά μοιάζει παράξενο να υπάρχει πολιτικό κενό σε αυτό  το χώρο τη στιγμή που παρουσιάζει μια τόσο πληθωρική εκπροσώπηση:  ΣΥΡΙΖΑ που καλύπτει το χώρο  από σοσιαλδημοκρατία ως ριζοσπαστική Αριστερά, ΛΑΕ, ΚΚΕ, Ανταρσυα στην Αριστερά έως άκρα Αριστερά, καθώς  και μια σειρά από μικρότερα σχήματα. Γιατί, λοιπόν, δεν επιλέγουν -έστω ως απλή πρόθεση ψήφου- ένα από όλα ;
Η απάντηση, κατά την ταπεινή μου άποψη, βρίσκεται στην ασυνέπεια λόγων έργων των μεγαλύτερων κομμάτων και στην αδυναμία των μικρότερων να πείσουν ότι μπορούν να αποτελέσουν εναλλακτική.
       
Τον μεν Σύριζα που ηττήθηκε στη διαπραγμάτευση του 2015 και έχει να διαχειριστεί μια ιδιαίτερα κρίσιμη οικονομική κατάσταση με αντιλαϊκά μέτρα είναι ευέξηγητο να μην τον έχουν ως πρώτη επιλογή. Όμως, παρατηρείται απαξίωση και των κομμάτων που ζητούσαν ρήξη με την ΕΕ. Γιατί; Γιατί τις κρίσιμες ώρες μεταξύ δημοψηφίσματος και συνθηκολόγησης δεν σήκωσαν τη σημαία του "Οχι", της ρήξης εδώ και τώρα, παρά περιορίστηκαν σε χλιαρές αντιδράσεις οι οποίες άφηναν στην κυβέρνηση το περιθώριο να υποχωρήσει. Και αυτό το έκαναν γιατί την έξοδο απο τη Ε.Ε. ούτε την ήθελαν, ούτε είχαν κανένα σοβαρό σχέδιο για να την πραγματοποιήσουν. Αργότερα, αφού βεβαιώθηκαν ότι ο κίνδυνος αποσοβήθηκε, άρχισαν να υψώνουν ξανά τους τόνους. Εκ του ασφαλούς. Αλλά δεν πείθουν ότι έχουν εναλλακτική, ή ότι επιθυμούν την ανατροπή τώρα. Μακροπρόθεσμα, μπορεί κανείς να προσδοκά κομμουνισμό, σοσιαλισμό, λαοκρατία, τον κήπο της Εδέμ, ο,τιδήποτε. Αλλά αυτό που μετρά στην σημερινή πολιτική είναι οι πράξεις. Το έργο και όχι οι ρητορικές φανφάρες ή οι επικοινωνιακές πομφόλυγες.
Άρα η πρωτοβουλία κινήσεων για κατάληψη αυτού του πολιτικού χώρου βρίσκεται σε αυτόν που βρίσκεται στην κυβέρνηση, δηλαδή στον Σύριζα που έχει την ευθύνη της βελτίωσης της ζωής των ανθρώπων στον παρόντα χρόνο. Όμως προχωράει αργά. Πολύ λίγο και πολύ αργά σε σχέση με το αναγκαίο αλλά ακόμα και σε σχέση με το προσδωκώμενο. Το γεγονός ότι η εναλλακτική ενός ακόμα Μητσοτάκη, φαντάζει από γελοία ως εφιαλτική δεν πρόκειται να φέρει κόσμο στην κάλπη του Σύριζα αλλά, αντίθετα, θα οδηγήσει στον απόλυτο μηδενισμό με αρνητικές, καταστροφικές συνέπειες.
Μπορεί να γίνει κάτι;
Ναι, αν το επικείμενο Συνέδριο του Σύριζα αποτελέσει αφετηρία για ένα νέου τύπου κόμμα, με διαδικασίες συμμετοχικές όπου η βάση θα μετέχει ενεργά και επί της ουσίας και όχι στα λόγια για το θεαθήναι, στη λήψη των αποφάσεων. Έτσι, θα προσελκύσει δημιουργικούς ανθρώπους που βλέπουν την εξέλιξη του συνόλου προϋπόθεση για τη δική τους, ανθρώπους της πράξης που καμία σχέση δεν έχουν με τον κλασικό πολιτικόπαράγοντα, ο οποίος δεν παράγει τίποτα παρά μόνο αναπαράγει τον εαυτό του αφήνοντας στο πέρασμά του τοξικά απόβλητα.
Μέχρι στιγμής, όμως, δεν διαφαίνεται κάτι τέτοιο αλλά μάλλον το αντίθετο. Το κόμμα αυτό μοιάζει να περνά από το σφρίγος της νιότης στο γκρίζο των γηρατειών χωρίς ενδιάμεσο σταθμό την -τόσο αναγκαία για την κοινωνία μας- ωριμότητα (αυτό δεν είναι ζήτημα ηλικίας αλλά νοοτροπίας καθώς έχει πολλούς ανθρώπους της γενιάς του Πολυτεχνείου ως και της Εθνικής Αντίστασης ακόμα, με ανοιχτό μυαλό και  αντιλήψεις που θα ζήλευε και ο πλέον επαναστατημένος νέος). Μα κάτι τέτοιο θα ήταν αυτοκαταστροφικό, θα πει κανείς. Ναι, και λοιπόν; Το Πασοκ δεν αυτοκαταστράφηκε; Τα στελέχη του Σύριζα που -για απροσδιόριστους λόγους- γοητεύονται από τον στερεοτυπικό πασοκικό παράγοντα δεν θα τα καταφέρουν; Με ιδιαίτερη ευκολία. Άλλωστε οι περισσότεροι δεν κατάλαβαν πώς από το μέσα-έξω στη Βουλή βρέθηκαν να ηγεμονεύουν στο πολιτικό σκηνικό, ούτε και θα το καταλάβουν όταν ξαναβρεθούν εκεί.
Μπορεί να αλλάξει κάτι; Ναι αν η βάση στο Συνέδριο δεν συμμορφωθεί προς τας υποδείξεις και αντί για την άνωθεν προτεινόμενη κλασική σούπα των μετρίων επιλέξει τους καλύτερους. Τότε η αξιοκρατία θα περάσει από το κόμμα στην κυβέρνηση -αφού η εκάστοτε κυβέρνηση ορίζεται από τις εσωκομματικές ισορροπίες του κυβερνώντος κόμματος- και αυτό θα βάλει τα θεμέλια για μια άλλη Ελλάδα. Αν μη τι άλλο θα δώσει ελπίδα και προοπτική.
Σε αλλη περίπτωση ο Σύριζα οδηγείται στη εξαέρωση και η κοινωνία σε συντηρητική αναδίπλωση. Εκτός κι αν ο Αλέξης Τσίπρας δράσει μόνος και απευθυνθεί ευθέως στην κοινωνία -όπως έκανε και το Σεπτέμβρη του '15- με στόχο να φτιάξει μια νέα Ελλάδα της αξιοκρατίας και της δημιουργίας. Όμως, το πολιτικό του κεφάλαιο δεν είναι ανεξάντλητο. Κι αυτό γιατί όλα τα μεγέθη τα ανθρώπινα είναι αναλώσιμα.

* O Κώστας Παπαπαναγιώτου είναι μαθηματικός - Msc. Οικονομική Θεωρία και Πολιτική

http://tvxs.gr/

Σχόλια