Η Μητροπόλεως ως μαρμαρένιο αλώνι...


ΤΟΥ ΠΑΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗ
Μόνον τη μάχη του Διγενή με τον Χάροντα καταφέρνει να μου θυμίσει η Μητροπόλεως τις τελευταίες ημέρες. Συνήθως διαθέτει ένα συνεχές διπλοπαρκάρισμα αριστερά και λεωφορειόδρομο δεξιά, που είναι και η μόνη λωρίδα η οποία επιτρέπει μιας μορφής κίνηση. Μεταξύ Κομνηνών και Μητροπολίτου Ιωσήφ, η κίνηση εμπίπτει μάλλον στα ανέκδοτα και όχι στην τροχαία ευθύνη.
Ο συνεχής και επίμονος έλεγχος από τη Δημοτική Αστυνομία έχει δύο εχθρούς. Πρώτον, γνωρίζουν ότι πέφτει γράψιμο περίπου το ένα δέκατο από τους συνήθεις υπόπτους. Επομένως, ώσπου να γίνει ένας τουλάχιστον πλήρης κύκλος των ατάκτων και φάνε οι περισσότεροι από μία κλήση, θα περάσει το δεκαήμερο. Δεύτερον, οι υπότροποι διδάσκουν ότι από το 1980 περίπου, οπότε η Μητροπόλεως είναι ένα παράξενο μονοπάτι πολέμου του Κάστερ με τους Απάτσι, η αντοχή της Αστυνομίας σε μια επιχείρηση, είτε έχει έναν άνθρωπο είτε διακόσιους, εξαντλείται πάνω στο δεκαήμερο. Από τη μια έχουμε το πείσμα της νέας αρχής, από την άλλη τη μακρά παράδοση, ιστορική και βυζαντινή της πόλης:
 «Μπάτσοι πολλοί πλακώσανε και γράφουν τα παιδιά μας/ τους ρίχνουνε προστίματα και παίρνουν πινακίδες/ κάντε κουράγιο, σύντροφοι, και σεις συντροφοπούλες/ που σας πειράζουν οι οχτροί τα δίλιτρα κασόνια/ εδώ είναι Μητροπόλεως, δεν είναι η Εγνατία/ κι οι μπάτσοι θα αποκάμουνε μαζεύοντας σεντόνια/ γεμάτα τσάντες τσαντικά και μίνι πορτοφόλια». 
Με δυο λογάκια, οι πηγές ορίζουν ως σημείο βρασμού και τήξης του κανονικού αστυνομικού το δεκαήμερο, βαριά βαριά. Μετά αρχίζουν ένα παραμύθι που λέγεται «Σαλονίκης ανακάλημα», ένα συγκινητικό κείμενο που λέει, μεταξύ άλλων, 
ότι «έχουμε στον Οργανισμό τριάντα κι εξακόσιους/ αλλά διορίσαν άδικα ελάχιστους συντρόφους/ όπου συνδυό βαδίζουνε, συντρείς μας προστιμάρουν/ αλλά σαράντα κι εκατό ρεπό που μας χρωστάνε/ μαζεύονται και γίνεται της Μάμαλης ο γάμος».
Οσο καλός δήμαρχος, αντιδήμαρχος και πολιτικός ακτιβιστής κι αν είσαι, όταν η υπηρεσία σου ρίχνει κατακεφαλής το καθηκοντολόγιο και το «άνθρωποι είμαστε κι εμείς», δε σου απομένει παρά να απαντήσεις «δεν χάνομαι στα Τάρταρα, μονάχα ξαποσταίνω».
Ως αποτέλεσμα, οι πολίτες μετατρέπονται σε αυτοσχέδιους μυθοπλάστες. Ονειρεύονται ότι σκέφτηκαν την ιδεώδη επίλυση του κυκλοφοριακού, ενίοτε τη δημοσιεύουν. Αν ρωτήσεις τυχαία έναν Σαλονικιό, μπορεί να μην ξέρει ποια είναι η Αρκούδα (σπάνιο, αλλά συμβαίνει) αλλά ξέρει σίγουρα δυο κολπάκια να συνέρθει η Αγγελάκη, να αλλάξει κατεύθυνση η Καρόλου Ντηλ. Αλλά οι ειδικοί έχουν πάντα άλλη γνώμη, επειδή αυτοί σπούδασαν αλλού και ξέρουν, ενώ εμείς ζούμε εδώ, άρα θα πεθάνουμε εδώ. Με το πάρκινγκ στην ελεύθερη αγορά τρία κατοστάρικα το μήνα τουλάχιστον, το πανεπιστήμιο με μπάρες πανεπιστημιακές, την περιοχή ΑΧΕΠΑ ένα δείγμα Σάμπρα Σατίλα και εκατό ζημιάρηδες που θέλουν καφέ στο κέντρο δίπλα στο «εργαλείο» τους, ίσως η λύση να βρίσκεται στο πείσμα. Περισσότερα δε λέω για την ώρα: πρέπει να φρεσκάρω στη μνήμη μερικά δημοτικά τραγούδια που πιστεύω πως ταιριάζουν στην περίπτωση.Τουλάχιστον «της τρίχας το γιοφύρι» και τους «Κολοκοτρωναίους»…
ΠΗΓΗ: εφημερίδα ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Παραίτηση Κ. Πραντσίδη απο το blog! Τί κάνουμε;

Αν είχαμε δήμαρχο σε αναπηρικό καροτσάκι

ΕΠΕΙΓΟΝ! Ο Δήμαρχος γκρεμίζει το εργοστάσιο ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗ!