Ασµα ηρωικόν...
του Τάκη Θεοδωρόπουλου
Για την ιστορία, ας θυµηθούµε πως το «Οχι! ∆εν πουλάµε!», πριν γίνει το σλόγκαν της εθνικής ψυχής µας υπήρξε τραγούδι. Συνθέτης του είναι ο κ. Θωµάς Μπακαλάκος, πνευµατικός πατέρας του ηγέτη της ΓΕΝΟΠ κ. Φωτόπουλου. Για την πλήρη κατανόηση του ως άνω έργου τέχνης οφείλω να υπενθυµίσω ορισµένα από τα ιστορικά συµφραζόµενα που οδήγησαν στη δηµιουργία του. Επρόκειτο για την καλλιτεχνική παρέµβαση σε µια διαπραγµάτευση για την τιµή των αγροτικών προϊόντων. Οι «µεσάζοντες» δεν έδιναν στους παραγωγούς την τιµή που ζητούσαν και οι παραγωγοί τούς απαντούσαν ρυθµικά: «Οχι! ∆εν πουλάµε!». Ο τραγουδοποιός συνέθεσε το άσµα ίνα προσθέσει στον όγκο του ηρωισµού τους τον όγκο του δικού του λυρισµού.
Τότε η Παγκόσµια Ιστορία βρισκόταν στα µέσα της δεκαετίας του 1980 µετά τη γέννηση του Χριστού και η Ελλάς, ης την µνήµην επιτελέσαµε προχθές, έπαιζε Μπρεχτ και Μπακαλάκο, κατά τον Χάρρυ Κλυνν.
∆εν ξέρω αν το τραγούδι θα γίνει κτήµα εσαεί. Το µέλλον θα δείξει. Στο κάτω κάτω, και η µουσική του Ιωάννη Σεβαστιανού Μπαχ καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα παρέµενε άγνωστη και άπαιχτη στα συρτάρια περιµένοντας τον 20ό αιώνα για να την ξαναθυµηθεί. Η δηµιουργία απαιτεί υποµονή.
Εκείνο όµως που µπορούµε να διαπιστώσουµε είναι πως το τραγούδι αυτό είναι εµβληµατικό µιας µεγάλης καµπής στην Ιστορία του Σύγχρονου Ελληνισµού, καµπή την οποία φρόντισε να µας υποδείξει ο δηµιουργός µε την τοποθέτηση εκείνου του «Οχι!» στην αρχή. Μια πρόχειρη φιλολογική προσέγγιση του έργου αποδεικνύει τη σύνδεση του ηρωισµού της δεκαετίας του 1980 µε τον άλλον, τον ηρωισµό της δεκαετίας του 1940 και µέσω αυτού µε τα νάµατα του ’21. Το πρώτο πρόχειρο συµπέρασµα βγαίνει µάλλον αβίαστα: είναι µεγάλο κατόρθωµα για µια κοινωνία να µπορεί να συνδέει µε τέτοια άνεση τον ηρωισµό της Ιστορίας της µε τους ηρωικούς διαπραγµατευτές τιµών και προϊόντων. ∆είχνει, αν µη τι άλλο, γενναιοδωρία. Γι’ αυτό δεν µπορούν να µας καταλάβουν οι ξενέρωτοι. Γι’ αυτούς η εµπορική διαπραγµάτευση δεν είναι τίποτε παραπάνω και τίποτε λιγότερο από µια εµπορική διαπραγµάτευση.
Εµείς όµως, µε τα πλούσια αποθέµατα ηρωισµού που διαθέτουµε, δεν πρόκειται ποτέ να καταδεχθούµε να ρίξουµε το επίπεδο τόσο χαµηλά. Εµείς, κάθε φορά που ακούµε µια τιµή µαζί ακούµε και την ηχώ ενός τουλάχιστον «Μολών λαβέ», κάποιου ακόµη «Οχι», κάπου ανάµεσα στη Σαλαµίνα και τα ∆ερβενάκια. Είναι το dolby surround της ιστορικής ψυχής µας που µιλάει.
∆ιότι, ως γνωστόν, «του Ελληνος ο τράχηλος ζυγόν δεν υποφέρει», εκτός κι αν τον συµφέρει εννοείται.
ΠΗΓΗ: εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ
Για την ιστορία, ας θυµηθούµε πως το «Οχι! ∆εν πουλάµε!», πριν γίνει το σλόγκαν της εθνικής ψυχής µας υπήρξε τραγούδι. Συνθέτης του είναι ο κ. Θωµάς Μπακαλάκος, πνευµατικός πατέρας του ηγέτη της ΓΕΝΟΠ κ. Φωτόπουλου. Για την πλήρη κατανόηση του ως άνω έργου τέχνης οφείλω να υπενθυµίσω ορισµένα από τα ιστορικά συµφραζόµενα που οδήγησαν στη δηµιουργία του. Επρόκειτο για την καλλιτεχνική παρέµβαση σε µια διαπραγµάτευση για την τιµή των αγροτικών προϊόντων. Οι «µεσάζοντες» δεν έδιναν στους παραγωγούς την τιµή που ζητούσαν και οι παραγωγοί τούς απαντούσαν ρυθµικά: «Οχι! ∆εν πουλάµε!». Ο τραγουδοποιός συνέθεσε το άσµα ίνα προσθέσει στον όγκο του ηρωισµού τους τον όγκο του δικού του λυρισµού.
Τότε η Παγκόσµια Ιστορία βρισκόταν στα µέσα της δεκαετίας του 1980 µετά τη γέννηση του Χριστού και η Ελλάς, ης την µνήµην επιτελέσαµε προχθές, έπαιζε Μπρεχτ και Μπακαλάκο, κατά τον Χάρρυ Κλυνν.
∆εν ξέρω αν το τραγούδι θα γίνει κτήµα εσαεί. Το µέλλον θα δείξει. Στο κάτω κάτω, και η µουσική του Ιωάννη Σεβαστιανού Μπαχ καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα παρέµενε άγνωστη και άπαιχτη στα συρτάρια περιµένοντας τον 20ό αιώνα για να την ξαναθυµηθεί. Η δηµιουργία απαιτεί υποµονή.
Εκείνο όµως που µπορούµε να διαπιστώσουµε είναι πως το τραγούδι αυτό είναι εµβληµατικό µιας µεγάλης καµπής στην Ιστορία του Σύγχρονου Ελληνισµού, καµπή την οποία φρόντισε να µας υποδείξει ο δηµιουργός µε την τοποθέτηση εκείνου του «Οχι!» στην αρχή. Μια πρόχειρη φιλολογική προσέγγιση του έργου αποδεικνύει τη σύνδεση του ηρωισµού της δεκαετίας του 1980 µε τον άλλον, τον ηρωισµό της δεκαετίας του 1940 και µέσω αυτού µε τα νάµατα του ’21. Το πρώτο πρόχειρο συµπέρασµα βγαίνει µάλλον αβίαστα: είναι µεγάλο κατόρθωµα για µια κοινωνία να µπορεί να συνδέει µε τέτοια άνεση τον ηρωισµό της Ιστορίας της µε τους ηρωικούς διαπραγµατευτές τιµών και προϊόντων. ∆είχνει, αν µη τι άλλο, γενναιοδωρία. Γι’ αυτό δεν µπορούν να µας καταλάβουν οι ξενέρωτοι. Γι’ αυτούς η εµπορική διαπραγµάτευση δεν είναι τίποτε παραπάνω και τίποτε λιγότερο από µια εµπορική διαπραγµάτευση.
Εµείς όµως, µε τα πλούσια αποθέµατα ηρωισµού που διαθέτουµε, δεν πρόκειται ποτέ να καταδεχθούµε να ρίξουµε το επίπεδο τόσο χαµηλά. Εµείς, κάθε φορά που ακούµε µια τιµή µαζί ακούµε και την ηχώ ενός τουλάχιστον «Μολών λαβέ», κάποιου ακόµη «Οχι», κάπου ανάµεσα στη Σαλαµίνα και τα ∆ερβενάκια. Είναι το dolby surround της ιστορικής ψυχής µας που µιλάει.
∆ιότι, ως γνωστόν, «του Ελληνος ο τράχηλος ζυγόν δεν υποφέρει», εκτός κι αν τον συµφέρει εννοείται.
ΠΗΓΗ: εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ

Σχόλια