Η απεμπολή της ηθοποιούς και άλλα μεζεδάκια...
του Δημήτρη Σαραντάκου
Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, απαντώντας σε επίκαιρες ερωτήσεις για το θέμα της ΔΕΗ κατά την “ώρα του πρωθυπουργού”, ο Γ. Παπανδρέου δήλωσε “Δεν απεμπολούμε τον έλεγχο”, και κατέληξε λέγοντας: “η ισχυρή παρουσία του δημοσίου στη μετοχική της σύνθεση διασφαλίζει ότι δεν πρόκειται να υπάρξει απεμπολή ελέγχου, αλλά θα παρέχονται δημόσιες υπηρεσίες για το καλό του πολίτη”. (Βάζω σε εισαγωγικά τις φράσεις γιατί τις πήρα από τα πρακτικά της Βουλής).
Υπάρχει όμως λέξη “απεμπολή”; Εσείς κι εγώ θα λέγαμε “απεμπόληση”. Είναι το λόγιο ρήμα “απεμπολώ” (σύνθετο από το από + εμπολώ = εμπορεύομαι στα αρχαία από το εμπολή = εμπόρευμα). Σημαίνει “παραχωρώ δικαιώματά μου, παραιτούμαι ιδιοτελώς από κάτι σπουδαίο, προδίνω αρχές, αξίες’ ξεπουλάω”. Το ουσιαστικό του ρήματος, για εσάς και για μένα, και για τα μεγάλα λεξικά μας, είναι η απεμπόληση, δηλαδή η εγκατάλειψη ιδανικού ή αρχής, το ξεπούλημα.
Πριν κατηγορήσετε για ανελλήνιστο τον πρωθυπουργό μας, ψάξτε βαθύτερα. Λέξη “απεμπολή” υπάρχει, κι ας λείπει από τα σημερινά μεγάλα λεξικά. Είναι σπάνια αρχαία λέξη, η οποία, στο λεξικό του Ησυχίου βρίσκω ότι σημαίνει “απαλλαγή’ πράσις’ εμπορία”. Την έχει και ο Δημητράκος. Στο λεξικό του Σούδα εξηγείται “μετά απάτης πράσις και εμπορία”. Πράσις είναι η πώληση (από εκεί και πρατήριο’ πάω στοίχημα ότι η πράσις θα επιβιώνει στη δικηγορίστικη ορολογία).
Οπότε, μπροστά στην πρωτόγνωρη κρίση, ο πρωθυπουργός μας θέλησε απλώς να αναστήσει μια πανάρχαιη και σπάνια ελληνική λέξη, δίνοντας έμπρακτα το παράδειγμα. Ελπίζω οι αρμόδιοι οργανισμοί να επισημάνουν το γεγονός κι έτσι να έχουμε κι άλλη μια βράβευση, για την αναβίωση ξεχασμένων λέξεων, μετά τη διεθνή βράβευση για τη συμβολή του πρωθυπουργού στον αντικαπνιστικό αγώνα!
Τώρα, το άλλο σκέλος του τίτλου είναι ένα πολλαπλό μαργαριτάρι, που είναι λίγο παλιό και έχει επισημανθεί και στη Λεξιλογία. Πριν από μια βδομάδα περίπου βρέθηκε νεκρή η γαλλίδα ηθοποιός Μαρί-Φρανς Πιζιέ. Στο άρθρο του ηλεΒήματος, διαβάζουμε: Η υπόθεση της αυτοκτονίας της κωμικού είναι μια από εκείνες που εξετάζονται από τους ανακριτές, που έχουν κάνει έρευνες για την ψυχική της κατάσταση πριν από τον θάνατό της. Η Πιζιέδεν ήταν κωμική ηθοποιός. Όπως εξηγεί στη Λεξιλογία η φίλη Αλεξάνδρα: “Κωμικός; Μάλλον comédienne θα έγραφε το πρωτότυπο, δηλαδή ηθοποιός. Η λέξη μπορεί να βασίζεται ετυμολογικά στην κωμωδία, αλλά αυτή τη στιγμή σημαίνει απλώς ηθοποιός, και αν θέλουμε να πούμε κωμικός ή δραματικός ηθοποιός, λέμε acteur comique, acteur dramatique.”
Και πράγματι το πρωτότυπο ήταν, όπως το βρήκε ο Ρογήρος: ”La thèse du suicide de la comédienne est l’une de celles qui sont envisagées par les enquêteurs, qui ont mené des investigations sur son état psychologique avant son décès”.
Αφήνουμε τη στραμπουληγμένη σύνταξη, προσπερνάμε τη “σορό” της ηθοποιού που βρέθηκε στην πισίνα (η λέξη πτώμα απαγορεύεται στη δημοσιογραφία του… σωρού), και φτάνουμε στο τέλος του ρεπορτάζ, που το σχολιάζει γουστόζικα ο Ρογήρος: ”Η ηθοποιός, που πέθανε σε ηλικία 66 ετών, θα ταφεί το Σάββατο στο Sanary-sur-Mer, στον οικογενειακό τάφο του συζύγου της, Τιερί Φούνκ-Μπρεντανό, ανώτερο στέλεχος του ομίλου Lagardere“. Αφού μεταγράφεις τον χηρεύσαντα, τι αφήνεις με λατινικούς χαρακτήρες το Σαναρύ-συρ-Μερ και τον όμιλο Λαγκαρντέρ (που δεν μπορείς – ; – να του βάλεις και το αξάν του); Κι αυτό το ετερόπτωτο στο τέλος; Μεγαλείο!
Όμως, το συγκεκριμένο θέμα φαίνεται ότι ήταν στοιχειωμένο, διότι χτύπησε δυο φορές. Στο αντίστοιχο άρθρο της Καθημερινής, με πολλές φράσεις ολόιδιες όπως και στο Βήμα (προφανώς έχουν κοπυπαστώσει την ίδια πηγή, ίσως το ΑΠΕ), δηλαδή πάλι με την κωμικό και όλα τα άλλα μαργαριτάρια, ο υλατζής που βάζει τους τίτλους θεώρησε καλό να προσθέσει τη δική του μοναδική πινελιά. Κι έτσι έβαλε τίτλο: Νέα στοιχεία για το θάνατο της ηθοποιούς Μαρί Φρανς Πιζιέ. Αναρωτιέμαι, αν η γενική είναι “της ηθοποιούς”, πώς είναι η ονομαστική: Η ηθοποιώ (σαν την ηχώ) ή “η ηθοποιού” (σαν την αλεπού);
Μετά τον Καρατζαφέρη και τον Τατούλη, τρίτωσε το κακό με τη λ. εδώδιμος που τη χρησιμοποιούν σαν να σημαίνει εγχώριος, ντόπιος (ενώ σημαίνει φαγώσιμος!). Συγκεκριμένα, στο τεύχος Μαΐου της The Books Journal (για όσους δεν ξέρουν, είναι ελληνική μηνιαία εφημερίδα για βιβλία, διάσπαση της Athens Review of Books -οι ξενόγλωσσοι τίτλοι είναι de rigueur), υπάρχει εκτενέστατο άρθρο με τίτλο “Τράμπες μεταξύ λαϊκιστών”, όπου γίνεται δριμύτατη κριτική στη Χρεοκρατία, το ντοκιμαντέρ Debtocracy δηλαδή, διότι είναι μονομερές σε έναν κόσμο όπου όλοι σκίζονται να προβάλουν την αντίθετη άποψη, και εκεί διαβάζω για την περίπτωση του Ισημερινού και για διάφορα πράγματα που αγνοούν “οι εδώδιμοι προπαγανδιστές” (στη σελ. 28, στην τρίτη στήλη).
Διαβάζω επίσης ότι το χρέος του Ισημερινού “διαπραγματευόταν”, αλλά αυτό είναι τόσο κοινό λάθος που δεν αξίζει πια να το αναφέρουμε, πολύ περισσότερο που δεν υπάρχει μία καθιερωμένη και γραμματικά σωστή εναλλακτική λύση. Το όνομα του συντάκτη δεν θα το γράψω γιατί είναι παλιός συμφοιτητής (λίγα χρόνια μεγαλύτερος έστω). Όσο για τη διαδρομή του εδώδιμου, ο λεξικογράφος του 2111 που θα αναρωτιέται πώς μετατοπίστηκε η σημασία της λέξης, δεν έχει παρά να ανατρέξει στα άρθρα του ιστολογίου, σκέφτομαι.
Συνεχίζω με ένα χτεσινό. Έγινε ληστεία στην Καστοριά, σε ένα γουνάδικο, και οι άγνωστοι “άρπαξαν διακόσια παλτό” (και στη συνέχεια “πήραν τα παλτό”). Όταν βλέπω να μην κλίνεται το παλτό, μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι! Είναι βέβαια γαλλικό δάνειο (paletot) αλλά έχει μπει εδώ και τόσες δεκαετίες ομαλότατα στη γλώσσα μας, έχει δώσει τόσα παράγωγα, που κι αυτά έχουν συνυφανθεί τόσο ομαλά (από το 1945 τρέχει ο κοσμάκης να αγοράσει καινούργια παλτουδιά!) που ειλικρινά το βρίσκω διεστραμμένο να θέλουν κάποιοι να την ξανακάνουν ξένη λέξη.
Κι όμως, η λέξη στα παλιότερα ελληνικά πάντοτε κλινόταν. Σε διήγημα του Παρορίτη, το 1920, βρίσκω “το γιακά του παλτού”, στην Κερένια κούκλα του Χρηστομάνου βρίσκω “τα καπέλα και τα παλτά τους”, στονΥπεράνθρωπο του Χατζόπουλου “είμαστε χωρίς παλτά”, όλα αυτά είναι προπολεμικά κείμενα, εδώ και εκατό τουλάχιστον χρόνια η λέξη παλτό κλίνεται, και τώρα, την τελευταία δεκαετία, που μας έχει πιάσει η υστερική μανία να ξεχωρίζουμε τα ντόπια από τα ξένα, μη μολυνθούν τα μεν από τα δε, θέλουν κάποιοι να της αφαιρέσουν το διαβατήριο. Έχω ξαναγράψει, πριν από μερικά χρόνια.
Έχω ξαναγράψει, αλλά επειδή δεν αρκεί αυτό, θα αλλάξω ταχτική. Αποκαλύπτω λοιπόν ότι η λέξη “παλτόν” είναι αρχαία ελληνική: προέρχεται από το ρήμα “πάλλω”, επειδή το αρχαίο παλτό ήταν χοντρό και βαρύ και στη μάχη το πετούσαν στον αντίπαλο για να τον σκεπάσουν μ’ αυτό και να τον ρίξουν από το άλογο. Ο Ξενοφώντας στο Κύρου Ανάβασις μάς λέει ότι ο Κύρος φορούσε πάνω από τον θώρακά του δυο παλτά (όπως στο τραγούδι του Κραουνάκη!): Κῦρός τε καταπηδήσας ἀπὸ τοῦ ἅρματος τὸν θώρακα ἐνεδύετο καὶ ἀναβὰς ἐπὶ τὸν ἵππον τὰ παλτὰ εἰς τὰς χεῖρας ἔλαβε.
Οπότε, τώρα που το τρισχιλιετίσαμε το παλτουδάκι, ελπίζω να αρχίσουν όλοι να το κλίνουν: του παλτού, τα παλτά, των παλτών!
(Δυστυχώς δεν είναι έτσι: παλτόν υπάρχει στα αρχαία, αλλά βέβαια είναι το δόρυ!)

Σχόλια