Γρήγορα εκλογές και με καθαρές θέσεις...
του Αντώνη Πανούτσου
Εδώ και 37 χρόνια η Ελλάδα ζει την εποχή της «στρογγυλεμένης γλώσσας». Κάθε κριτική χάνει τις γωνίες της ώστε να μην ενοχλήσει κανέναν. Ετσι στο ποδόσφαιρο οι χούλιγκαν γίνονται «λίγοι ανεγκέφαλοι της κερκίδας», στις δημόσιες μεταφορές οι αγενείς ταξιτζήδες γίνονται «μια μικρή μειοψηφία», στις διαδηλώσεις αυτοί που τα σπάνε «οι λίγοι, γνωστοί-άγνωστοι» και πάει λέγοντας. Κάθε πλειοψηφία ή μεγάλη μειοψηφία στην Ελλάδα είναι «καλή» και υπάρχει μια φοβερή κακή μειοψηφία. Είναι αυτοί που τα φάγανε μόνοι τους, αυτοί που φούσκωσαν το δημόσιο χρέος, αυτοί που έφαγαν από τα έργα και πάει λέγοντας. Πάντα σατανικοί, ανώνυμοι και κυρίως λίγοι. Να μην ξεχνάμε ότι η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων είναι καλή. Στην κολακεία των πολλών στήθηκαν πολιτικές καριέρες.
Ο Ανδρέας Λοβέρδος με τη φράση του «…το ένα εκατομμύριο δημοσίων υπαλλήλων, που ταλαιπωρούν δέκα εκατομμύρια πολίτες με τη βεβαιότητα ότι ο δημόσιος τομέας είναι ισόβιος, μας έφτασαν εδώ που μας έφτασαν» είναι ο πρώτος πολιτικός με μέλλον που κάνει κριτική σε μια τόσο μεγάλη ομάδα Ελλήνων πολιτών όπως οι υπάλληλοι του Δημοσίου, χωρίς μάλιστα τα κλασικά σούξου μούξου που προστίθενται σε τέτοιες περιπτώσεις όπως το «δεν μιλάω φυσικά για τη μεγάλη πλειοψηφία που κάνει καλά τη δουλειά της». «Ενα εκατομμύριο δημοσίους υπαλλήλους», στεγνά, φόρα παρτίδα και όποιος γουστάρει. Οποιος δεν γουστάρει πάει παρακάτω, γιατί απ’ όλα έχει ο μπαξές και αυτό είναι το νόημα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Να λέει κάποιος το ένα και κάποιος άλλος το άλλο ώστε ο κόσμος να διαλέγει. Γιατί υπάρχει και το άλλο. «Είμαι αντίθετος με την απαξία εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων οι οποίοι βλέπουν ότι πυροβολούνται όλοι γιατί αυτοί που πυροβολούν δεν θέλουν ένα σύγχρονο κράτος, αλλά απλώς να συνεχίσουν να είναι ασύδοτοι σε ένα κράτος όπου οι πάντες θα τρέμουν και θα κυριαρχούν τα οικονομικά συμφέροντα. Ελεος. Κάποτε και οι πολιτικοί οφείλουν να υπερασπιστούν τους θεσμούς». Aυτή ήταν η αντίδραση του Απόστολου Κακλαμάνη για τις δηλώσεις του Ανδρέα Λοβέρδου. Το απόλυτο πολιτικό comme il faut του κλασικού Ελληνα πολιτικού, ο οποίος πρώτα θα σκεφτεί την απαξία -βλέπε απώλεια- των εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων -βλέπε ψήφων-, μετά θα βάλει τα κακά οικονομικά συμφέροντα και στο τέλος θα κολλήσει τους «θεσμούς» σαν τον ΟΣΕ και τον ΟΛΠ, που είναι θεσμοί της δημοκρατίας.
Το θέμα όμως δεν είναι ποια θέση προτιμά κάθε Ελληνας πολίτης και ποια απορρίπτει, αλλά να έχουμε γρήγορα εκλογές και με καθαρές θέσεις. Το «ένα εκατομμύριο Ελληνες ταλαιπωρεί δέκα» του Λοβέρδου για το Δημόσιο είναι μια καθαρή θέση, όπως καθαρή θέση ήταν και του Αλέξη Τσίπρα που πριν από κάποιο καιρό είχε πει ότι η λύση στην κρίση είναι να προσληφθούν 100.000 στο Δημόσιο. Καθαρά πράγματα χωρίς τα αιωνίως ανώνυμα «οικονομικά συμφέροντα» και την υπόλοιπη πολιτική παπαρολογία που έφεραν την Ελλάδα στη θέση που βρίσκεται σήμερα.
Χατζιδάκις και Θεοδωράκης
Στην Ελλάδα αντιμετωπίζουμε τη σύγκλιση απόψεων ανάμεσα στη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ σαν κίνδυνο. Αυτό όμως δεν είναι παρά ένα φυσικό φαινόμενο που θα μπορούσε να ονομαστεί «Χατζιδάκι - Θεοδωράκη»: ενώ στη δεκαετία του ’50 και του ’60 ήταν εντελώς αντίθετοι, εκτός από μουσικά και πολιτικά -παράδειγμα τα θεατρικά έργα «Οδός Ονείρων» και «Ομορφη πόλη» που ανέβηκαν το καλοκαίρι του ’62 και τα εισιτήρια που έκοβαν αντιμετωπιζόντουσαν σαν νίκες της Δεξιάς ή της Αριστεράς-, το 1986 οι δυο τους συμφωνούσαν ότι εκτός από την κρατική πρέπει να υπάρχει και ελεύθερη ραδιοφωνία.
Τα κόμματα
Το ίδιο συμβαίνει και με τα κόμματα. Τη δεκαετία του ’50 και του ’60 για τους ψηφοφόρους της ΕΡΕ η Ενωση Κέντρου του Γιώργου Παπανδρέου ήταν όχημα κομμουνιστικής απειλής. Σήμερα οι πολιτικοί του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ., όπως και οι ψηφοφόροι τους, μοιάζουν όλο και περισσότερο.
Η ξύλινη γλώσσα
Αν το ’70 ο αρχηγός της Ν.Δ. φορούσε γραβάτα και ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ ζιβάγκο και το ’80 οι συνδικαλιστές του ΠΑΣΟΚ είχαν υποχρεωτικά μούσι, το ’90 οι διαφορές έγιναν δυσδιάκριτες και μετά το 2000 καθαρά θεωρητικές, εκτός αν υπάρχει άνθρωπος που πιστεύει ότι ο Παύλος Γερουλάνος, με παππού γιατρό του βασιλέα και μητέρα πρόεδρο στο Ιδρυμα Μπενάκη είναι παιδί του λαού και της εργατιάς. Είναι όσο και οι βιομηχανικοί εργάτες που ακούνε τη φάμπρικα να σφυρίζει και τον ψηφίζουν. Οι καιροί αλλάζουν και μόνο όσοι έχουν πρόβλημα να προσαρμοστούν, όπως ο Απόστολος Κακλαμάνης, καταφεύγουν στην παραδοσιακή ξύλινη γλώσσα για δεκανίκι.
Η σύγκλιση
Η σύγκλιση των μεγάλων κομμάτων είναι παγκόσμιο φαινόμενο. Η Αμερική του ’50, όπου ο Νότος ψήφιζε Δημοκράτες επειδή ο Λίνκολν, νικητής του εμφυλίου, ήταν Ρεπουμπλικανός πρόεδρος τελείωσε. Η Θάτσερ και η αντιπαράθεσή της με τους Εργατικούς είναι τόσο 80s όσο ο Στηβ Ντούζος. Στην Ισπανία ο Θαπατέρο και ο Ραχόι συμφώνησαν να περάσουν άρθρο στο Σύνταγμα για το δημόσιο χρέος. Πριν από 50 και 100 χρόνια χρειάζονταν συντηρητικά κόμματα των νοικοκυραίων και κομμουνιστικά κόμματα που θα βοήθαγαν τους εργάτες να σπάσουν τα δεσμά τους. Σήμερα δεν υπάρχουν βιομηχανικοί εργάτες. Για να μην πω ούτε και νοικοκυραίοι.
www.protothema.gr
Εδώ και 37 χρόνια η Ελλάδα ζει την εποχή της «στρογγυλεμένης γλώσσας». Κάθε κριτική χάνει τις γωνίες της ώστε να μην ενοχλήσει κανέναν. Ετσι στο ποδόσφαιρο οι χούλιγκαν γίνονται «λίγοι ανεγκέφαλοι της κερκίδας», στις δημόσιες μεταφορές οι αγενείς ταξιτζήδες γίνονται «μια μικρή μειοψηφία», στις διαδηλώσεις αυτοί που τα σπάνε «οι λίγοι, γνωστοί-άγνωστοι» και πάει λέγοντας. Κάθε πλειοψηφία ή μεγάλη μειοψηφία στην Ελλάδα είναι «καλή» και υπάρχει μια φοβερή κακή μειοψηφία. Είναι αυτοί που τα φάγανε μόνοι τους, αυτοί που φούσκωσαν το δημόσιο χρέος, αυτοί που έφαγαν από τα έργα και πάει λέγοντας. Πάντα σατανικοί, ανώνυμοι και κυρίως λίγοι. Να μην ξεχνάμε ότι η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων είναι καλή. Στην κολακεία των πολλών στήθηκαν πολιτικές καριέρες.
Ο Ανδρέας Λοβέρδος με τη φράση του «…το ένα εκατομμύριο δημοσίων υπαλλήλων, που ταλαιπωρούν δέκα εκατομμύρια πολίτες με τη βεβαιότητα ότι ο δημόσιος τομέας είναι ισόβιος, μας έφτασαν εδώ που μας έφτασαν» είναι ο πρώτος πολιτικός με μέλλον που κάνει κριτική σε μια τόσο μεγάλη ομάδα Ελλήνων πολιτών όπως οι υπάλληλοι του Δημοσίου, χωρίς μάλιστα τα κλασικά σούξου μούξου που προστίθενται σε τέτοιες περιπτώσεις όπως το «δεν μιλάω φυσικά για τη μεγάλη πλειοψηφία που κάνει καλά τη δουλειά της». «Ενα εκατομμύριο δημοσίους υπαλλήλους», στεγνά, φόρα παρτίδα και όποιος γουστάρει. Οποιος δεν γουστάρει πάει παρακάτω, γιατί απ’ όλα έχει ο μπαξές και αυτό είναι το νόημα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Να λέει κάποιος το ένα και κάποιος άλλος το άλλο ώστε ο κόσμος να διαλέγει. Γιατί υπάρχει και το άλλο. «Είμαι αντίθετος με την απαξία εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων οι οποίοι βλέπουν ότι πυροβολούνται όλοι γιατί αυτοί που πυροβολούν δεν θέλουν ένα σύγχρονο κράτος, αλλά απλώς να συνεχίσουν να είναι ασύδοτοι σε ένα κράτος όπου οι πάντες θα τρέμουν και θα κυριαρχούν τα οικονομικά συμφέροντα. Ελεος. Κάποτε και οι πολιτικοί οφείλουν να υπερασπιστούν τους θεσμούς». Aυτή ήταν η αντίδραση του Απόστολου Κακλαμάνη για τις δηλώσεις του Ανδρέα Λοβέρδου. Το απόλυτο πολιτικό comme il faut του κλασικού Ελληνα πολιτικού, ο οποίος πρώτα θα σκεφτεί την απαξία -βλέπε απώλεια- των εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων -βλέπε ψήφων-, μετά θα βάλει τα κακά οικονομικά συμφέροντα και στο τέλος θα κολλήσει τους «θεσμούς» σαν τον ΟΣΕ και τον ΟΛΠ, που είναι θεσμοί της δημοκρατίας.
Το θέμα όμως δεν είναι ποια θέση προτιμά κάθε Ελληνας πολίτης και ποια απορρίπτει, αλλά να έχουμε γρήγορα εκλογές και με καθαρές θέσεις. Το «ένα εκατομμύριο Ελληνες ταλαιπωρεί δέκα» του Λοβέρδου για το Δημόσιο είναι μια καθαρή θέση, όπως καθαρή θέση ήταν και του Αλέξη Τσίπρα που πριν από κάποιο καιρό είχε πει ότι η λύση στην κρίση είναι να προσληφθούν 100.000 στο Δημόσιο. Καθαρά πράγματα χωρίς τα αιωνίως ανώνυμα «οικονομικά συμφέροντα» και την υπόλοιπη πολιτική παπαρολογία που έφεραν την Ελλάδα στη θέση που βρίσκεται σήμερα.
Χατζιδάκις και Θεοδωράκης
Στην Ελλάδα αντιμετωπίζουμε τη σύγκλιση απόψεων ανάμεσα στη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ σαν κίνδυνο. Αυτό όμως δεν είναι παρά ένα φυσικό φαινόμενο που θα μπορούσε να ονομαστεί «Χατζιδάκι - Θεοδωράκη»: ενώ στη δεκαετία του ’50 και του ’60 ήταν εντελώς αντίθετοι, εκτός από μουσικά και πολιτικά -παράδειγμα τα θεατρικά έργα «Οδός Ονείρων» και «Ομορφη πόλη» που ανέβηκαν το καλοκαίρι του ’62 και τα εισιτήρια που έκοβαν αντιμετωπιζόντουσαν σαν νίκες της Δεξιάς ή της Αριστεράς-, το 1986 οι δυο τους συμφωνούσαν ότι εκτός από την κρατική πρέπει να υπάρχει και ελεύθερη ραδιοφωνία.
Τα κόμματα
Το ίδιο συμβαίνει και με τα κόμματα. Τη δεκαετία του ’50 και του ’60 για τους ψηφοφόρους της ΕΡΕ η Ενωση Κέντρου του Γιώργου Παπανδρέου ήταν όχημα κομμουνιστικής απειλής. Σήμερα οι πολιτικοί του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ., όπως και οι ψηφοφόροι τους, μοιάζουν όλο και περισσότερο.
Η ξύλινη γλώσσα
Αν το ’70 ο αρχηγός της Ν.Δ. φορούσε γραβάτα και ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ ζιβάγκο και το ’80 οι συνδικαλιστές του ΠΑΣΟΚ είχαν υποχρεωτικά μούσι, το ’90 οι διαφορές έγιναν δυσδιάκριτες και μετά το 2000 καθαρά θεωρητικές, εκτός αν υπάρχει άνθρωπος που πιστεύει ότι ο Παύλος Γερουλάνος, με παππού γιατρό του βασιλέα και μητέρα πρόεδρο στο Ιδρυμα Μπενάκη είναι παιδί του λαού και της εργατιάς. Είναι όσο και οι βιομηχανικοί εργάτες που ακούνε τη φάμπρικα να σφυρίζει και τον ψηφίζουν. Οι καιροί αλλάζουν και μόνο όσοι έχουν πρόβλημα να προσαρμοστούν, όπως ο Απόστολος Κακλαμάνης, καταφεύγουν στην παραδοσιακή ξύλινη γλώσσα για δεκανίκι.
Η σύγκλιση
Η σύγκλιση των μεγάλων κομμάτων είναι παγκόσμιο φαινόμενο. Η Αμερική του ’50, όπου ο Νότος ψήφιζε Δημοκράτες επειδή ο Λίνκολν, νικητής του εμφυλίου, ήταν Ρεπουμπλικανός πρόεδρος τελείωσε. Η Θάτσερ και η αντιπαράθεσή της με τους Εργατικούς είναι τόσο 80s όσο ο Στηβ Ντούζος. Στην Ισπανία ο Θαπατέρο και ο Ραχόι συμφώνησαν να περάσουν άρθρο στο Σύνταγμα για το δημόσιο χρέος. Πριν από 50 και 100 χρόνια χρειάζονταν συντηρητικά κόμματα των νοικοκυραίων και κομμουνιστικά κόμματα που θα βοήθαγαν τους εργάτες να σπάσουν τα δεσμά τους. Σήμερα δεν υπάρχουν βιομηχανικοί εργάτες. Για να μην πω ούτε και νοικοκυραίοι.
www.protothema.gr

Σχόλια